BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

πυροβολώ

неправильный

стрелять, стрелять

fire, shoot

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπυροβολώ
εσύπυροβολείς
αυτός/ή/όπυροβολεί
εμείςπυροβολούμε
εσείςπυροβολείτε
αυτοί/ές/άπυροβολούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπυροβόλησα
εσύπυροβόλησες
αυτός/ή/όπυροβόλησε
εμείςπυεοβολήσαμε
εσείςπυροβολήσατε
αυτοί/ές/άπυροβόλησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα πυροβολήσω
εσύθα πυροβολήσεις
αυτός/ή/όθα πυροβολήσει
εμείςθα πυροβολήσουμε
εσείςθα πυροβολήσετε
αυτοί/ές/άθα πυροβολήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπυροβολούσα
εσύπυροβολούσες
αυτός/ή/όπυροβολούσε
εμείςπυροβολούσαμε
εσείςπυροβολούσατε
αυτοί/ές/άπυροβολούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα πυροβολώ
εσύθα πυροβολείς
αυτός/ή/όθα πυροβολεί
εμείςθα πυροβολούμε
εσείςθα πυροβολείτε
αυτοί/ές/άθα πυροβολούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω πυροβολήσει
εσύέχεις πυροβολήσει
αυτός/ή/όέχει πυροβολήσει
εμείςέχουμε πυροβολήσει
εσείςέχετε πυροβολήσει
αυτοί/ές/άέχουν πυροβολήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα πυροβολήσει
εσύείχες πυροβολήσει
αυτός/ή/όείχε πυροβολήσει
εμείςείχαμε πυροβολήσει
εσείςείχατε πυροβολήσει
αυτοί/ές/άείχαν πυροβολήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω πυροβολήσει
εσύθα έχεις πυροβολήσει
αυτός/ή/όθα έχει πυροβολήσει
εμείςθα έχουμε πυροβολήσει
εσείςθα έχετε πυροβολήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν πυροβολήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπυροβόλησε
εσείςπυροβολήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςπυροβολείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα πυροβολήσω
εσύνα πυροβολήσεις
αυτός/ή/όνα πυροβολήσει
εμείςνα πυροβολήσουμε
εσείςνα πυροβολήσετε
αυτοί/ές/άνα πυροβολήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα πυροβολώ
εσύνα πυροβολείς
αυτός/ή/όνα πυροβολεί
εμείςνα πυροβολούμε
εσείςνα πυροβολείτε
αυτοί/ές/άνα πυροβολούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω πυροβολήσει
εσύνα έχεις πυροβολήσει
αυτός/ή/όνα έχει πυροβολήσει
εμείςνα έχουμε πυροβολήσει
εσείςνα έχετε πυροβολήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν πυροβολήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

πυροβολήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

πυροβολώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα πυροβολούσα
εσύθα πυροβολούσες
αυτός/ή/όθα πυροβολούσε
εμείςθα πυροβολούσαμε
εσείςθα πυροβολούσατε
αυτοί/ές/άθα πυροβολούσαν