BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

προσδοκώ

ожидать

expect

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπροσδοκώ
εσύπροσδοκάς
αυτός/ή/όπροσδοκά
εμείςπροσδοκούμε
εσείςπροσδοκάτε
αυτοί/ές/άπροσδοκούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπροσδοκούσα
εσύπροσδοκούσες
αυτός/ή/όπροσδοκούσε
εμείςπροσδοκούσαμε
εσείςπροσδοκούσατε
αυτοί/ές/άπροσδοκούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα προσδοκώ
εσύθα προσδοκάς
αυτός/ή/όθα προσδοκά
εμείςθα προσδοκούμε
εσείςθα προσδοκάτε
αυτοί/ές/άθα προσδοκούν

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπροσδόκα
εσείςπροσδοκάτε

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα προσδοκώ
εσύνα προσδοκάς
αυτός/ή/όνα προσδοκά
εμείςνα προσδοκούμε
εσείςνα προσδοκάτε
αυτοί/ές/άνα προσδοκούν

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

προσδοκώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα προσδοκούσα
εσύθα προσδοκούσες
αυτός/ή/όθα προσδοκούσε
εμείςθα προσδοκούσαμε
εσείςθα προσδοκούσατε
αυτοί/ές/άθα προσδοκούσαν