BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

προσανατολίζομαι

ориентироваться

orient

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπροσανατολίζομαι
εσύπροσανατολίζεσαι
αυτός/ή/όπροσανατολίζεται
εμείςπροσανατολιζόμαστε
εσείςπροσανατολίζεστε
αυτοί/ές/άπροσανατολίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπροσανατολίστηκα
εσύπροσανατολίστηκες
αυτός/ή/όπροσανατολίστηκε
εμείςπροσανατολιστήκαμε
εσείςπροσανατολιστήκατε
αυτοί/ές/άπροσανατολίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα προσανατολιστώ
εσύθα προσανατολιστείς
αυτός/ή/όθα προσανατολιστεί
εμείςθα προσανατολιστούμε
εσείςθα προσανατολιστείτε
αυτοί/ές/άθα προσανατολιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπροσανατολιζόμουν
εσύπροσανατολιζόσουν
αυτός/ή/όπροσανατολιζόταν
εμείςπροσανατολιζόμαστε
εσείςπροσανατολιζόσαστε
αυτοί/ές/άπροσανατολίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα προσανατολίζομαι
εσύθα προσανατολίζεσαι
αυτός/ή/όθα προσανατολίζεται
εμείςθα προσανατολιζόμαστε
εσείςθα προσανατολίζεστε
αυτοί/ές/άθα προσανατολίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω προσανατολιστεί
εσύέχεις προσανατολιστεί
αυτός/ή/όέχει προσανατολιστεί
εμείςέχουμε προσανατολιστεί
εσείςέχετε προσανατολιστεί
αυτοί/ές/άέχουν προσανατολιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα προσανατολιστεί
εσύείχες προσανατολιστεί
αυτός/ή/όείχε προσανατολιστεί
εμείςείχαμε προσανατολιστεί
εσείςείχατε προσανατολιστεί
αυτοί/ές/άείχαν προσανατολιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω προσανατολιστεί
εσύθα έχεις προσανατολιστεί
αυτός/ή/όθα έχει προσανατολιστεί
εμείςθα έχουμε προσανατολιστεί
εσείςθα έχετε προσανατολιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν προσανατολιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπροσανατολίσου
εσείςπροσανατολιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςπροσανατολίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα προσανατολιστώ
εσύνα προσανατολιστείς
αυτός/ή/όνα προσανατολιστεί
εμείςνα προσανατολιστούμε
εσείςνα προσανατολιστείτε
αυτοί/ές/άνα προσανατολιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα προσανατολίζομαι
εσύνα προσανατολίζεσαι
αυτός/ή/όνα προσανατολίζεται
εμείςνα προσανατολιζόμαστε
εσείςνα προσανατολίζεστε
αυτοί/ές/άνα προσανατολίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω προσανατολιστεί
εσύνα έχεις προσανατολιστεί
αυτός/ή/όνα έχει προσανατολιστεί
εμείςνα έχουμε προσανατολιστεί
εσείςνα έχετε προσανατολιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν προσανατολιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

προσανατολιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα προσανατολιστώ
εσύθα προσανατολιστείς
αυτός/ή/όθα προσανατολιστεί
εμείςθα προσανατολιστούμε
εσείςθα προσανατολιστείτε
αυτοί/ές/άθα προσανατολιστούν