BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

προετοιμάζομαι

готовиться

prepare oneself

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπροετοιμάζομαι
εσύπροετοιμάζεσαι
αυτός/ή/όπροετοιμάζεται
εμείςπροετοιμαζόμαστε
εσείςπροετοιμάζεστε
αυτοί/ές/άπροετοιμάζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπροετοιμάστηκα
εσύπροετοιμάστηκες
αυτός/ή/όπροετοιμάστηκε
εμείςπροετοιμαστήκαμε
εσείςπροετοιμαστήκατε
αυτοί/ές/άπροετοιμάστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα προετοιμαστώ
εσύθα προετοιμαστείς
αυτός/ή/όθα προετοιμαστεί
εμείςθα προετοιμαστούμε
εσείςθα προετοιμαστείτε
αυτοί/ές/άθα προετοιμαστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπροετοιμαζόμουν
εσύπροετοιμαζόσουν
αυτός/ή/όπροετοιμαζόταν
εμείςπροετοιμαζόμαστε
εσείςπροετοιμαζόσαστε
αυτοί/ές/άπροετοιμάζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα προετοιμάζομαι
εσύθα προετοιμάζεσαι
αυτός/ή/όθα προετοιμάζεται
εμείςθα προετοιμαζόμαστε
εσείςθα προετοιμάζεστε
αυτοί/ές/άθα προετοιμάζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω προετοιμαστεί
εσύέχεις προετοιμαστεί
αυτός/ή/όέχει προετοιμαστεί
εμείςέχουμε προετοιμαστεί
εσείςέχετε προετοιμαστεί
αυτοί/ές/άέχουν προετοιμαστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα προετοιμαστεί
εσύείχες προετοιμαστεί
αυτός/ή/όείχε προετοιμαστεί
εμείςείχαμε προετοιμαστεί
εσείςείχατε προετοιμαστεί
αυτοί/ές/άείχαν προετοιμαστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω προετοιμαστεί
εσύθα έχεις προετοιμαστεί
αυτός/ή/όθα έχει προετοιμαστεί
εμείςθα έχουμε προετοιμαστεί
εσείςθα έχετε προετοιμαστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν προετοιμαστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπροετοιμάσου
εσείςπροετοιμαστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςπροετοιμάζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα προετοιμαστώ
εσύνα προετοιμαστείς
αυτός/ή/όνα προετοιμαστεί
εμείςνα προετοιμαστούμε
εσείςνα προετοιμαστείτε
αυτοί/ές/άνα προετοιμαστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα προετοιμάζομαι
εσύνα προετοιμάζεσαι
αυτός/ή/όνα προετοιμάζεται
εμείςνα προετοιμαζόμαστε
εσείςνα προετοιμάζεστε
αυτοί/ές/άνα προετοιμάζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω προετοιμαστεί
εσύνα έχεις προετοιμαστεί
αυτός/ή/όνα έχει προετοιμαστεί
εμείςνα έχουμε προετοιμαστεί
εσείςνα έχετε προετοιμαστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν προετοιμαστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

προετοιμαστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα προετοιμαστώ
εσύθα προετοιμαστείς
αυτός/ή/όθα προετοιμαστεί
εμείςθα προετοιμαστούμε
εσείςθα προετοιμαστείτε
αυτοί/ές/άθα προετοιμαστούν