BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

προεδρεύω

председательствовать

preside over

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπροεδρεύω
εσύπροεδρεύεις
αυτός/ή/όπροεδρεύει
εμείςπροεδρεύουμε
εσείςπροεδρεύετε
αυτοί/ές/άπροεδρεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπροέδευσα
εσύπροέδευσες
αυτός/ή/όπροέδευσε
εμείςπροεδρεύσαμε
εσείςπροεδρεύσατε
αυτοί/ές/άπροέδρευσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα προεδρεύσω
εσύθα προεδρεύσεις
αυτός/ή/όθα προεδρεύσει
εμείςθα προεδρεύσουμε
εσείςθα προεδρεύσετε
αυτοί/ές/άθα προεδρεύσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπροέδρευα
εσύπροέδρευες
αυτός/ή/όπροέδρευε
εμείςπροεδρεύαμε
εσείςπροεδρεύατε
αυτοί/ές/άπροέδρευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα προεδρεύω
εσύθα προεδρεύεις
αυτός/ή/όθα προεδρεύει
εμείςθα προεδρεύουμε
εσείςθα προεδρεύετε
αυτοί/ές/άθα προεδρεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω προεδρεύσει
εσύέχεις προεδρεύσει
αυτός/ή/όέχει προεδρεύσει
εμείςέχουμε προεδρεύσει
εσείςέχετε προεδρεύσει
αυτοί/ές/άέχουν προεδρεύσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα προεδρεύσει
εσύείχες προεδρεύσει
αυτός/ή/όείχε προεδρεύσει
εμείςείχαμε προεδρεύσει
εσείςείχατε προεδρεύσει
αυτοί/ές/άείχαν προεδρεύσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω προεδρεύσει
εσύθα έχεις προεδρεύσει
αυτός/ή/όθα έχει προεδρεύσει
εμείςθα έχουμε προεδρεύσει
εσείςθα έχετε προεδρεύσει
αυτοί/ές/άθα έχουν προεδρεύσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπροέδρευσε
εσείςπροεδρεύστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπροέδρευε
εσείςπροεδρεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα προεδρεύσω
εσύνα προεδρεύσεις
αυτός/ή/όνα προεδρεύσει
εμείςνα προεδρεύσουμε
εσείςνα προεδρεύσετε
αυτοί/ές/άνα προεδρεύσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα προεδρεύω
εσύνα προεδρεύεις
αυτός/ή/όνα προεδρεύει
εμείςνα προεδρεύουμε
εσείςνα προεδρεύετε
αυτοί/ές/άνα προεδρεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω προεδρεύσει
εσύνα έχεις προεδρεύσει
αυτός/ή/όνα έχει προεδρεύσει
εμείςνα έχουμε προεδρεύσει
εσείςνα έχετε προεδρεύσει
αυτοί/ές/άνα έχουν προεδρεύσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

προεδρεύσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

προεδρεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα προέδρευα
εσύθα προέδρευες
αυτός/ή/όθα προέδρευε
εμείςθα προεδρεύαμε
εσείςθα προεδρεύατε
αυτοί/ές/άθα προέδρευαν