BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

προδικάζω

предрешать, предвидеть

prejudge, foresee

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπροδικάζω
εσύπροδικάζεις
αυτός/ή/όπροδικάζει
εμείςπροδικάζουμε
εσείςπροδικάζετε
αυτοί/ές/άπροδικάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπροδίκασα
εσύπροδίκασες
αυτός/ή/όπροδίκασε
εμείςπροδικάσαμε
εσείςπροδικάσατε
αυτοί/ές/άπροδίκασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα προδικάσω
εσύθα προδικάσεις
αυτός/ή/όθα προδικάσει
εμείςθα προδικάσουμε
εσείςθα προδικάσετε
αυτοί/ές/άθα προδικάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπροδίκαζα
εσύπροδίκαζες
αυτός/ή/όπροδίκαζε
εμείςπροδικάζαμε
εσείςπροδικάζατε
αυτοί/ές/άπροδίκαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα προδικάζω
εσύθα προδικάζεις
αυτός/ή/όθα προδικάζει
εμείςθα προδικάζουμε
εσείςθα προδικάζετε
αυτοί/ές/άθα προδικάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω προδικάσει
εσύέχεις προδικάσει
αυτός/ή/όέχει προδικάσει
εμείςέχουμε προδικάσει
εσείςέχετε προδικάσει
αυτοί/ές/άέχουν προδικάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα προδικάσει
εσύείχες προδικάσει
αυτός/ή/όείχε προδικάσει
εμείςείχαμε προδικάσει
εσείςείχατε προδικάσει
αυτοί/ές/άείχαν προδικάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω προδικάσει
εσύθα έχεις προδικάσει
αυτός/ή/όθα έχει προδικάσει
εμείςθα έχουμε προδικάσει
εσείςθα έχετε προδικάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν προδικάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπροδίκασε
εσείςπροδικάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπροδίκαζε
εσείςπροδικάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα προδικάσω
εσύνα προδικάσεις
αυτός/ή/όνα προδικάσει
εμείςνα προδικάσουμε
εσείςνα προδικάσετε
αυτοί/ές/άνα προδικάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα προδικάζω
εσύνα προδικάζεις
αυτός/ή/όνα προδικάζει
εμείςνα προδικάζουμε
εσείςνα προδικάζετε
αυτοί/ές/άνα προδικάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω προδικάσει
εσύνα έχεις προδικάσει
αυτός/ή/όνα έχει προδικάσει
εμείςνα έχουμε προδικάσει
εσείςνα έχετε προδικάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν προδικάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

προδικάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

προδικάζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα προδίκαζα
εσύθα προδίκαζες
αυτός/ή/όθα προδίκαζε
εμείςθα προδικάζαμε
εσείςθα προδικάζατε
αυτοί/ές/άθα προδίκαζαν