BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

προγραμματίζω

планировать, программировать

plan, program

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπρογραμματίζω
εσύπρογραμματίζεις
αυτός/ή/όπρογραμματίζει
εμείςπρογραμματίζουμε
εσείςπρογραμματίζετε
αυτοί/ές/άπρογραμματίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπρογραμμάτισα
εσύπρογραμμάτισες
αυτός/ή/όπρογραμμάτισε
εμείςπρογραμματίσαμε
εσείςπρογραμματίσατε
αυτοί/ές/άπρογραμμάτισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα προγραμματίσω
εσύθα προγραμματίσεις
αυτός/ή/όθα προγραμματίσει
εμείςθα προγραμματίσουμε
εσείςθα προγραμματίσετε
αυτοί/ές/άθα προγραμματίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπρογραμμάτιζα
εσύπρογραμμάτιζες
αυτός/ή/όπρογραμμάτιζε
εμείςπρογραμματίζαμε
εσείςπρογραμματίζατε
αυτοί/ές/άπρογραμμάτιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα προγραμματίζω
εσύθα προγραμματίζεις
αυτός/ή/όθα προγραμματίζει
εμείςθα προγραμματίζουμε
εσείςθα προγραμματίζετε
αυτοί/ές/άθα προγραμματίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω προγραμματίσει
εσύέχεις προγραμματίσει
αυτός/ή/όέχει προγραμματίσει
εμείςέχουμε προγραμματίσει
εσείςέχετε προγραμματίσει
αυτοί/ές/άέχουν προγραμματίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα προγραμματίσει
εσύείχες προγραμματίσει
αυτός/ή/όείχε προγραμματίσει
εμείςείχαμε προγραμματίσει
εσείςείχατε προγραμματίσει
αυτοί/ές/άείχαν προγραμματίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω προγραμματίσει
εσύθα έχεις προγραμματίσει
αυτός/ή/όθα έχει προγραμματίσει
εμείςθα έχουμε προγραμματίσει
εσείςθα έχετε προγραμματίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν προγραμματίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπρογραμμάτισε
εσείςπρογραμματίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπρογραμμάτιζε
εσείςπρογραμματίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα προγραμματίσω
εσύνα προγραμματίσεις
αυτός/ή/όνα προγραμματίσει
εμείςνα προγραμματίσουμε
εσείςνα προγραμματίσετε
αυτοί/ές/άνα προγραμματίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα προγραμματίζω
εσύνα προγραμματίζεις
αυτός/ή/όνα προγραμματίζει
εμείςνα προγραμματίζουμε
εσείςνα προγραμματίζετε
αυτοί/ές/άνα προγραμματίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω προγραμματίσει
εσύνα έχεις προγραμματίσει
αυτός/ή/όνα έχει προγραμματίσει
εμείςνα έχουμε προγραμματίσει
εσείςνα έχετε προγραμματίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν προγραμματίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

προγραμματίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

προγραμματίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα προγραμμάτιζα
εσύθα προγραμμάτιζες
αυτός/ή/όθα προγραμμάτιζε
εμείςθα προγραμματίζαμε
εσείςθα προγραμματίζατε
αυτοί/ές/άθα προγραμμάτιζαν