BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

πρασινίζω

зеленить, зеленеть

make or become green

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπρασινίζω
εσύπρασινίζεις
αυτός/ή/όπρασινίζει
εμείςπρασινίζουμε
εσείςπρασινίζετε
αυτοί/ές/άπρασινίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπρασίνισα
εσύπρασίνισες
αυτός/ή/όπρασίνισε
εμείςπρασινίσαμε
εσείςπρασινίσατε
αυτοί/ές/άπρασίνισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα πρασινίσω
εσύθα πρασινίσεις
αυτός/ή/όθα πρασινίσει
εμείςθα πρασινίσουμε
εσείςθα πρασινίσετε
αυτοί/ές/άθα πρασινίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπρασίνιζα
εσύπρασίνιζες
αυτός/ή/όπρασίνιζε
εμείςπρασινίζαμε
εσείςπρασινίζατε
αυτοί/ές/άπρασίνιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα πρασινίζω
εσύθα πρασινίζεις
αυτός/ή/όθα πρασινίζει
εμείςθα πρασινίζουμε
εσείςθα πρασινίζετε
αυτοί/ές/άθα πρασινίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω πρασινίσει
εσύέχεις πρασινίσει
αυτός/ή/όέχει πρασινίσει
εμείςέχουμε πρασινίσει
εσείςέχετε πρασινίσει
αυτοί/ές/άέχουν πρασινίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα πρασινίσει
εσύείχες πρασινίσει
αυτός/ή/όείχε πρασινίσει
εμείςείχαμε πρασινίσει
εσείςείχατε πρασινίσει
αυτοί/ές/άείχαν πρασινίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω πρασινίσει
εσύθα έχεις πρασινίσει
αυτός/ή/όθα έχει πρασινίσει
εμείςθα έχουμε πρασινίσει
εσείςθα έχετε πρασινίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν πρασινίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπρασίνισε
εσείςπρασινίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπρασίνιζε
εσείςπρασινίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα πρασινίσω
εσύνα πρασινίσεις
αυτός/ή/όνα πρασινίσει
εμείςνα πρασινίσουμε
εσείςνα πρασινίσετε
αυτοί/ές/άνα πρασινίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα πρασινίζω
εσύνα πρασινίζεις
αυτός/ή/όνα πρασινίζει
εμείςνα πρασινίζουμε
εσείςνα πρασινίζετε
αυτοί/ές/άνα πρασινίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω πρασινίσει
εσύνα έχεις πρασινίσει
αυτός/ή/όνα έχει πρασινίσει
εμείςνα έχουμε πρασινίσει
εσείςνα έχετε πρασινίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν πρασινίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

πρασινίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

πρασινίζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

πρασινισμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα πρασίνιζα
εσύθα πρασίνιζες
αυτός/ή/όθα πρασίνιζε
εμείςθα πρασινίζαμε
εσείςθα πρασινίζατε
αυτοί/ές/άθα πρασίνιζαν