BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

πολλαπλασιάζομαι

умножаться

get multiplied

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπολλαπλασιάζομαι
εσύπολλαπλασιάζεσαι
αυτός/ή/όπολλαπλασιάζεται
εμείςπολλαπλασιαζόμαστε
εσείςπολλαπλασιάζεστε
αυτοί/ές/άπολλαπλασιάζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπολλαπλασιάστηκα
εσύπολλαπλασιάστηκες
αυτός/ή/όπολλαπλασιάστηκε
εμείςπολλαπλασιαστήκαμε
εσείςπολλαπλασιαστήκατε
αυτοί/ές/άπολλαπλασιάστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα πολλαπλασιαστώ
εσύθα πολλαπλασιαστείς
αυτός/ή/όθα πολλαπλασιαστεί
εμείςθα πολλαπλασιαστούμε
εσείςθα πολλαπλασιαστείτε
αυτοί/ές/άθα πολλαπλασιαστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπολλαπλασιαζόμουν
εσύπολλαπλασιαζόσουν
αυτός/ή/όπολλαπλασιαζόταν
εμείςπολλαπλασιαζόμαστε
εσείςπολλαπλασιαζόσαστε
αυτοί/ές/άπολλαπλασιάζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα πολλαπλασιάζομαι
εσύθα πολλαπλασιάζεσαι
αυτός/ή/όθα πολλαπλασιάζεται
εμείςθα πολλαπλασιαζόμαστε
εσείςθα πολλαπλασιάζεστε
αυτοί/ές/άθα πολλαπλασιάζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω πολλαπλασιαστεί
εσύέχεις πολλαπλασιαστεί
αυτός/ή/όέχει πολλαπλασιαστεί
εμείςέχουμε πολλαπλασιαστεί
εσείςέχετε πολλαπλασιαστεί
αυτοί/ές/άέχουν πολλαπλασιαστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα πολλαπλασιαστεί
εσύείχες πολλαπλασιαστεί
αυτός/ή/όείχε πολλαπλασιαστεί
εμείςείχαμε πολλαπλασιαστεί
εσείςείχατε πολλαπλασιαστεί
αυτοί/ές/άείχαν πολλαπλασιαστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω πολλαπλασιαστεί
εσύθα έχεις πολλαπλασιαστεί
αυτός/ή/όθα έχει πολλαπλασιαστεί
εμείςθα έχουμε πολλαπλασιαστεί
εσείςθα έχετε πολλαπλασιαστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν πολλαπλασιαστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπολλαπλασιάσου
εσείςπολλαπλασιαστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςπολλαπλασιάζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα πολλαπλασιαστώ
εσύνα πολλαπλασιαστείς
αυτός/ή/όνα πολλαπλασιαστεί
εμείςνα πολλαπλασιαστούμε
εσείςνα πολλαπλασιαστείτε
αυτοί/ές/άνα πολλαπλασιαστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα πολλαπλασιάζομαι
εσύνα πολλαπλασιάζεσαι
αυτός/ή/όνα πολλαπλασιάζεται
εμείςνα πολλαπλασιαζόμαστε
εσείςνα πολλαπλασιάζεστε
αυτοί/ές/άνα πολλαπλασιάζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω πολλαπλασιαστεί
εσύνα έχεις πολλαπλασιαστεί
αυτός/ή/όνα έχει πολλαπλασιαστεί
εμείςνα έχουμε πολλαπλασιαστεί
εσείςνα έχετε πολλαπλασιαστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν πολλαπλασιαστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

πολλαπλασιαστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα πολλαπλασιαστώ
εσύθα πολλαπλασιαστείς
αυτός/ή/όθα πολλαπλασιαστεί
εμείςθα πολλαπλασιαστούμε
εσείςθα πολλαπλασιαστείτε
αυτοί/ές/άθα πολλαπλασιαστούν