BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

πλημμυρίζω

затоплять, наводнять

flood

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπλημμυρίζω
εσύπλημμυρίζεις
αυτός/ή/όπλημμυρίζει
εμείςπλημμυρίζουμε
εσείςπλημμυρίζετε
αυτοί/ές/άπλημμυρίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπλημμύρησα
εσύπλημμύρησες
αυτός/ή/όπλημμύρησε
εμείςπλημμυρήσαμε
εσείςπλημμυρήσατε
αυτοί/ές/άπλημμύρησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα πλημμυρίσω
εσύθα πλημμυρίσεις
αυτός/ή/όθα πλημμυρίσει
εμείςθα πλημμυρίσουμε
εσείςθα πλημμυρίσετε
αυτοί/ές/άθα πλημμυρίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπλημμύριζα
εσύπλημμύριζες
αυτός/ή/όπλημμύριζε
εμείςπλημμυρίζαμε
εσείςπλημμυρίζατε
αυτοί/ές/άπλημμύριζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα πλημμυρίζω
εσύθα πλημμυρίζεις
αυτός/ή/όθα πλημμυρίζει
εμείςθα πλημμυρίζουμε
εσείςθα πλημμυρίζετε
αυτοί/ές/άθα πλημμυρίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω πλημμυρίσει
εσύέχεις πλημμυρίσει
αυτός/ή/όέχει πλημμυρίσει
εμείςέχουμε πλημμυρίσει
εσείςέχετε πλημμυρίσει
αυτοί/ές/άέχουν πλημμυρίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα πλημμυρίσει
εσύείχες πλημμυρίσει
αυτός/ή/όείχε πλημμυρίσει
εμείςείχαμε πλημμυρίσει
εσείςείχατε πλημμυρίσει
αυτοί/ές/άείχαν πλημμυρίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω πλημμυρίσει
εσύθα έχεις πλημμυρίσει
αυτός/ή/όθα έχει πλημμυρίσει
εμείςθα έχουμε πλημμυρίσει
εσείςθα έχετε πλημμυρίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν πλημμυρίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπλημμύρησε
εσείςπλημμυρήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπλημμύριζε
εσείςπλημμυρίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα πλημμυρίσω
εσύνα πλημμυρίσεις
αυτός/ή/όνα πλημμυρίσει
εμείςνα πλημμυρίσουμε
εσείςνα πλημμυρίσετε
αυτοί/ές/άνα πλημμυρίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα πλημμυρίζω
εσύνα πλημμυρίζεις
αυτός/ή/όνα πλημμυρίζει
εμείςνα πλημμυρίζουμε
εσείςνα πλημμυρίζετε
αυτοί/ές/άνα πλημμυρίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω πλημμυρίσει
εσύνα έχεις πλημμυρίσει
αυτός/ή/όνα έχει πλημμυρίσει
εμείςνα έχουμε πλημμυρίσει
εσείςνα έχετε πλημμυρίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν πλημμυρίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

πλημμυρίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

πλημμυρίζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

πλημμυρισμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα πλημμύριζα
εσύθα πλημμύριζες
αυτός/ή/όθα πλημμύριζε
εμείςθα πλημμυρίζαμε
εσείςθα πλημμυρίζατε
αυτοί/ές/άθα πλημμύριζαν