BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

πλαισιώνομαι

быть окружённым

be surrounded

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπλαισιώνομαι
εσύπλαισιώνεσαι
αυτός/ή/όπλαισιώνεται
εμείςπλαισιωνόμαστε
εσείςπλαισιώνεστε
αυτοί/ές/άπλαισιώνονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπλαισιώθηκα
εσύπλαισιώθηκες
αυτός/ή/όπλαισιώθηκε
εμείςπλαισιωθήκαμε
εσείςπλαισιωθήκατε
αυτοί/ές/άπλαισιώθηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα πλαισιωθώ
εσύθα πλαισιωθείς
αυτός/ή/όθα πλαισιωθεί
εμείςθα πλαισιωθούμε
εσείςθα πλαισιωθείτε
αυτοί/ές/άθα πλαισιωθούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπλαισιωνόμουν
εσύπλαισιωνόσουν
αυτός/ή/όπλαισιωνόταν
εμείςπλαισιωνόμαστε
εσείςπλαισιωνόσαστε
αυτοί/ές/άπλαισιώνονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα πλαισιώνομαι
εσύθα πλαισιώνεσαι
αυτός/ή/όθα πλαισιώνεται
εμείςθα πλαισιωνόμαστε
εσείςθα πλαισιώνεστε
αυτοί/ές/άθα πλαισιώνονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω πλαισιωθεί
εσύέχεις πλαισιωθεί
αυτός/ή/όέχει πλαισιωθεί
εμείςέχουμε πλαισιωθεί
εσείςέχετε πλαισιωθεί
αυτοί/ές/άέχουν πλαισιωθεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα πλαισιωθεί
εσύείχες πλαισιωθεί
αυτός/ή/όείχε πλαισιωθεί
εμείςείχαμε πλαισιωθεί
εσείςείχατε πλαισιωθεί
αυτοί/ές/άείχαν πλαισιωθεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω πλαισιωθεί
εσύθα έχεις πλαισιωθεί
αυτός/ή/όθα έχει πλαισιωθεί
εμείςθα έχουμε πλαισιωθεί
εσείςθα έχετε πλαισιωθεί
αυτοί/ές/άθα έχουν πλαισιωθεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπλαισιώσου
εσείςπλαισιωθείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςπλαισιώνεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα πλαισιωθώ
εσύνα πλαισιωθείς
αυτός/ή/όνα πλαισιωθεί
εμείςνα πλαισιωθούμε
εσείςνα πλαισιωθείτε
αυτοί/ές/άνα πλαισιωθούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα πλαισιώνομαι
εσύνα πλαισιώνεσαι
αυτός/ή/όνα πλαισιώνεται
εμείςνα πλαισιωνόμαστε
εσείςνα πλαισιώνεστε
αυτοί/ές/άνα πλαισιώνονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω πλαισιωθεί
εσύνα έχεις πλαισιωθεί
αυτός/ή/όνα έχει πλαισιωθεί
εμείςνα έχουμε πλαισιωθεί
εσείςνα έχετε πλαισιωθεί
αυτοί/ές/άνα έχουν πλαισιωθεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

πλαισιωθεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα πλαισιωθώ
εσύθα πλαισιωθείς
αυτός/ή/όθα πλαισιωθεί
εμείςθα πλαισιωθούμε
εσείςθα πλαισιωθείτε
αυτοί/ές/άθα πλαισιωθούν