BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

πετροβολάω, πετροβολώ

забрасывать камнями, побивать камнями

pelt, stone

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπετροβολάω, πετροβολώ
εσύπετροβολάς
αυτός/ή/όπετροβολάει, πετροβολά
εμείςπετροβολάμε, πετροβολούμε
εσείςπετροβολάτε
αυτοί/ές/άπετροβολάνε, πετροβολούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπετροβόλησα
εσύπετροβόλησες
αυτός/ή/όπετροβόλησε
εμείςπετροβολήσαμε
εσείςπετροβολήσατε
αυτοί/ές/άπετροβόλησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα πετροβολήσω
εσύθα πετροβολήσεις
αυτός/ή/όθα πετροβολήσει
εμείςθα πετροβολήσουμε
εσείςθα πετροβολήσετε
αυτοί/ές/άθα πετροβολήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπετροβολούσα
εσύπετροβολούσες
αυτός/ή/όπετροβολούσε
εμείςπετροβολούσαμε
εσείςπετροβολούσατε
αυτοί/ές/άπετροβολούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα πετροβολάω, πετροβολώ
εσύθα πετροβολάς
αυτός/ή/όθα πετροβολάει, πετροβολά
εμείςθα πετροβολάμε, πετροβολούμε
εσείςθα πετροβολάτε
αυτοί/ές/άθα πετροβολάνε, πετροβολούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω πετροβολήσει
εσύέχεις πετροβολήσει
αυτός/ή/όέχει πετροβολήσει
εμείςέχουμε πετροβολήσει
εσείςέχετε πετροβολήσει
αυτοί/ές/άέχουν πετροβολήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα πετροβολήσει
εσύείχες πετροβολήσει
αυτός/ή/όείχε πετροβολήσει
εμείςείχαμε πετροβολήσει
εσείςείχατε πετροβολήσει
αυτοί/ές/άείχαν πετροβολήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω πετροβολήσει
εσύθα έχεις πετροβολήσει
αυτός/ή/όθα έχει πετροβολήσει
εμείςθα έχουμε πετροβολήσει
εσείςθα έχετε πετροβολήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν πετροβολήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπετροβόλησε
εσείςπετροβολήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπετροβόλα
εσείςπετροβολάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα πετροβολήσω
εσύνα πετροβολήσεις
αυτός/ή/όνα πετροβολήσει
εμείςνα πετροβολήσουμε
εσείςνα πετροβολήσετε
αυτοί/ές/άνα πετροβολήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα πετροβολάω, πετροβολώ
εσύνα πετροβολάς
αυτός/ή/όνα πετροβολάει, πετροβολά
εμείςνα πετροβολάμε, πετροβολούμε
εσείςνα πετροβολάτε
αυτοί/ές/άνα πετροβολάνε, πετροβολούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω πετροβολήσει
εσύνα έχεις πετροβολήσει
αυτός/ή/όνα έχει πετροβολήσει
εμείςνα έχουμε πετροβολήσει
εσείςνα έχετε πετροβολήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν πετροβολήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

πετροβολήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

πετροβολώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα πετροβολούσα
εσύθα πετροβολούσες
αυτός/ή/όθα πετροβολούσε
εμείςθα πετροβολούσαμε
εσείςθα πετροβολούσατε
αυτοί/ές/άθα πετροβολούσαν