BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

περιπαίζομαι

быть осмеянным

be laugh at

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπεριπαίζομαι
εσύπεριπαίζεσαι
αυτός/ή/όπεριπαίζεται
εμείςπεριπαιζόμαστε
εσείςπεριπαίζεστε
αυτοί/ές/άπαριπαίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπεριπαίχτηκα
εσύπεριπαίχτηκες
αυτός/ή/όπεριπαίχτηκε
εμείςπεριπαιχτήκαμε
εσείςπεροπαιχτήκατε
αυτοί/ές/άπεριπαίχτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα περιπαιχτώ
εσύθα περιπαιχτείς
αυτός/ή/όθα περιπαιχτεί
εμείςθα περιπαιχτούμε
εσείςθα περιπαιχτείτε
αυτοί/ές/άθα περιπαιχτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπεριπαιζόμουν
εσύπεριπαιζόσουν
αυτός/ή/όπεριπαιζόταν
εμείςπεριπαιζόμαστε
εσείςπαιριπαιζόσαστε
αυτοί/ές/άπεριπαίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα περιπαίζομαι
εσύθα περιπαίζεσαι
αυτός/ή/όθα περιπαίζεται
εμείςθα περιπαιζόμαστε
εσείςθα περιπαίζεστε
αυτοί/ές/άθα παριπαίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω περιπαιχτεί
εσύέχεις περιπαιχτεί
αυτός/ή/όέχει περιπαιχτεί
εμείςέχουμε περιπαιχτεί
εσείςέχετε περιπαιχτεί
αυτοί/ές/άέχουν περιπαιχτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα περιπαιχτεί
εσύείχες περιπαιχτεί
αυτός/ή/όείχε περιπαιχτεί
εμείςείχαμε περιπαιχτεί
εσείςείχατε περιπαιχτεί
αυτοί/ές/άείχαν περιπαιχτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω περιπαιχτεί
εσύθα έχεις περιπαιχτεί
αυτός/ή/όθα έχει περιπαιχτεί
εμείςθα έχουμε περιπαιχτεί
εσείςθα έχετε περιπαιχτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν περιπαιχτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπεριπαίξου
εσείςπεριπαιχτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςπεριπαίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα περιπαιχτώ
εσύνα περιπαιχτείς
αυτός/ή/όνα περιπαιχτεί
εμείςνα περιπαιχτούμε
εσείςνα περιπαιχτείτε
αυτοί/ές/άνα περιπαιχτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα περιπαίζομαι
εσύνα περιπαίζεσαι
αυτός/ή/όνα περιπαίζεται
εμείςνα περιπαιζόμαστε
εσείςνα περιπαίζεστε
αυτοί/ές/άνα παριπαίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω περιπαιχτεί
εσύνα έχεις περιπαιχτεί
αυτός/ή/όνα έχει περιπαιχτεί
εμείςνα έχουμε περιπαιχτεί
εσείςνα έχετε περιπαιχτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν περιπαιχτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

περιπαιχτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα περιπαιχτώ
εσύθα περιπαιχτείς
αυτός/ή/όθα περιπαιχτεί
εμείςθα περιπαιχτούμε
εσείςθα περιπαιχτείτε
αυτοί/ές/άθα περιπαιχτούν