BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

περικόβω

сокращать, урезать

cut down

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπερικόβω
εσύπερικόβεις
αυτός/ή/όπερικόβει
εμείςπερικόβουμε
εσείςπερικόβετε
αυτοί/ές/άπερικόβουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπεριέκοψα
εσύπεριέκοψες
αυτός/ή/όπεριέκοψε
εμείςπερικόψαμε
εσείςπερικόψατε
αυτοί/ές/άπεριέκοψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα περικόψω
εσύθα περικόψεις
αυτός/ή/όθα περικόψει
εμείςθα περικόψουμε
εσείςθα περικόψετε
αυτοί/ές/άθα περικόψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπεριέκοβα
εσύπεριέκοβες
αυτός/ή/όπεριέκοβε
εμείςπερικόβαμε
εσείςπερικόβατε
αυτοί/ές/άπεριέκοβαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα περικόβω
εσύθα περικόβεις
αυτός/ή/όθα περικόβει
εμείςθα περικόβουμε
εσείςθα περικόβετε
αυτοί/ές/άθα περικόβουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω περικόψει
εσύέχεις περικόψει
αυτός/ή/όέχει περικόψει
εμείςέχουμε περικόψει
εσείςέχετε περικόψει
αυτοί/ές/άέχουν περικόψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα περικόψει
εσύείχες περικόψει
αυτός/ή/όείχε περικόψει
εμείςείχαμε περικόψει
εσείςείχατε περικόψει
αυτοί/ές/άείχαν περικόψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω περικόψει
εσύθα έχεις περικόψει
αυτός/ή/όθα έχει περικόψει
εμείςθα έχουμε περικόψει
εσείςθα έχετε περικόψει
αυτοί/ές/άθα έχουν περικόψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπερικόψε
εσείςπερικόψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπερικόβε
εσείςπερικόβετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα περικόψω
εσύνα περικόψεις
αυτός/ή/όνα περικόψει
εμείςνα περικόψουμε
εσείςνα περικόψετε
αυτοί/ές/άνα περικόψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα περικόβω
εσύνα περικόβεις
αυτός/ή/όνα περικόβει
εμείςνα περικόβουμε
εσείςνα περικόβετε
αυτοί/ές/άνα περικόβουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω περικόψει
εσύνα έχεις περικόψει
αυτός/ή/όνα έχει περικόψει
εμείςνα έχουμε περικόψει
εσείςνα έχετε περικόψει
αυτοί/ές/άνα έχουν περικόψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

περικόψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

περικόβοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα περιέκοβα
εσύθα περιέκοβες
αυτός/ή/όθα περιέκοβε
εμείςθα περικόβαμε
εσείςθα περικόβατε
αυτοί/ές/άθα περιέκοβαν