BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

περηφανεύομαι

гордиться

take pride in

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπερηφανεύομαι
εσύπερηφανεύεσαι
αυτός/ή/όπερηφανεύεται
εμείςπερηφανευόμαστε
εσείςπερηφανεύεστε
αυτοί/ές/άπερηφανεύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπερηφανεύτηκα
εσύπερηφανεύτηκες
αυτός/ή/όπερηφανεύτηκε
εμείςπερηφανευτήκαμε
εσείςπερηφανευτήκατε
αυτοί/ές/άπερηφανεύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα περηφανευτώ
εσύθα περηφανευτείς
αυτός/ή/όθα περηφανευτεί
εμείςθα περηφανευτούμε
εσείςθα περηφανευτείτε
αυτοί/ές/άθα περηφανευτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπερηφανευόμουν
εσύπερηφανευόσουν
αυτός/ή/όπερηφανευόταν
εμείςπερηφανευόμαστε
εσείςπερηφανευόσαστε
αυτοί/ές/άπερηφανεύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα περηφανεύομαι
εσύθα περηφανεύεσαι
αυτός/ή/όθα περηφανεύεται
εμείςθα περηφανευόμαστε
εσείςθα περηφανεύεστε
αυτοί/ές/άθα περηφανεύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω περηφανευτεί
εσύέχεις περηφανευτεί
αυτός/ή/όέχει περηφανευτεί
εμείςέχουμε περηφανευτεί
εσείςέχετε περηφανευτεί
αυτοί/ές/άέχουν περηφανευτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα περηφανευτεί
εσύείχες περηφανευτεί
αυτός/ή/όείχε περηφανευτεί
εμείςείχαμε περηφανευτεί
εσείςείχατε περηφανευτεί
αυτοί/ές/άείχαν περηφανευτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω περηφανευτεί
εσύθα έχεις περηφανευτεί
αυτός/ή/όθα έχει περηφανευτεί
εμείςθα έχουμε περηφανευτεί
εσείςθα έχετε περηφανευτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν περηφανευτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπερηφανέψου
εσείςπερηφανευτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςπερηφανεύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα περηφανευτώ
εσύνα περηφανευτείς
αυτός/ή/όνα περηφανευτεί
εμείςνα περηφανευτούμε
εσείςνα περηφανευτείτε
αυτοί/ές/άνα περηφανευτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα περηφανεύομαι
εσύνα περηφανεύεσαι
αυτός/ή/όνα περηφανεύεται
εμείςνα περηφανευόμαστε
εσείςνα περηφανεύεστε
αυτοί/ές/άνα περηφανεύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω περηφανευτεί
εσύνα έχεις περηφανευτεί
αυτός/ή/όνα έχει περηφανευτεί
εμείςνα έχουμε περηφανευτεί
εσείςνα έχετε περηφανευτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν περηφανευτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

περηφανευτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα περηφανευτώ
εσύθα περηφανευτείς
αυτός/ή/όθα περηφανευτεί
εμείςθα περηφανευτούμε
εσείςθα περηφανευτείτε
αυτοί/ές/άθα περηφανευτούν