BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

παύομαι

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπαύομαι
εσύπαύεσαι
αυτός/ή/όπαύεται
εμείςπαυόμαστε
εσείςπαύεστε
αυτοί/ές/άπαύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπαύτηκα
εσύπαύτηκες
αυτός/ή/όπαύτηκε
εμείςπαυτήκαμε
εσείςπαυτήκατε
αυτοί/ές/άπαύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα παυτώ
εσύθα παυτείς
αυτός/ή/όθα παυτεί
εμείςθα παυτούμε
εσείςθα παυτείτε
αυτοί/ές/άθα παυτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπαυόμουν
εσύπαυόσουν
αυτός/ή/όπαυόταν
εμείςπαυόμαστε
εσείςπαυόσαστε
αυτοί/ές/άπαύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα παύομαι
εσύθα παύεσαι
αυτός/ή/όθα παύεται
εμείςθα παυόμαστε
εσείςθα παύεστε
αυτοί/ές/άθα παύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω παυτεί
εσύέχεις παυτεί
αυτός/ή/όέχει παυτεί
εμείςέχουμε παυτεί
εσείςέχετε παυτεί
αυτοί/ές/άέχουν παυτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα παυτεί
εσύείχες παυτεί
αυτός/ή/όείχε παυτεί
εμείςείχαμε παυτεί
εσείςείχατε παυτεί
αυτοί/ές/άείχαν παυτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω παυτεί
εσύθα έχεις παυτεί
αυτός/ή/όθα έχει παυτεί
εμείςθα έχουμε παυτεί
εσείςθα έχετε παυτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν παυτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπαύσου
εσείςπαυτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςπαύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα παυτώ
εσύνα παυτείς
αυτός/ή/όνα παυτεί
εμείςνα παυτούμε
εσείςνα παυτείτε
αυτοί/ές/άνα παυτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα παύομαι
εσύνα παύεσαι
αυτός/ή/όνα παύεται
εμείςνα παυόμαστε
εσείςνα παύεστε
αυτοί/ές/άνα παύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω παυτεί
εσύνα έχεις παυτεί
αυτός/ή/όνα έχει παυτεί
εμείςνα έχουμε παυτεί
εσείςνα έχετε παυτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν παυτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

παυτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα παυτώ
εσύθα παυτείς
αυτός/ή/όθα παυτεί
εμείςθα παυτούμε
εσείςθα παυτείτε
αυτοί/ές/άθα παυτούν