BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

πασαλείβω

мазать, размазывать

smear

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπασαλείβω
εσύπασαλείβεις
αυτός/ή/όπασαλείβει
εμείςπασαλείβουμε
εσείςπασαλείβετε
αυτοί/ές/άπασαλείβουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπασάλειψα
εσύπασάλειψες
αυτός/ή/όπασάλειψε
εμείςπασαλείψαμε
εσείςπασαλείψατε
αυτοί/ές/άπασάλειψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα πασαλείψω
εσύθα πασαλείψεις
αυτός/ή/όθα πασαλείψει
εμείςθα πασαλείψουμε
εσείςθα πασαλείψετε
αυτοί/ές/άθα πασαλείψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπασάλειβα
εσύπασάλειβες
αυτός/ή/όπασάλειβε
εμείςπασαλείβαμε
εσείςπασαλείβατε
αυτοί/ές/άπασάλειβαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα πασαλείβω
εσύθα πασαλείβεις
αυτός/ή/όθα πασαλείβει
εμείςθα πασαλείβουμε
εσείςθα πασαλείβετε
αυτοί/ές/άθα πασαλείβουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω πασαλείψει
εσύέχεις πασαλείψει
αυτός/ή/όέχει πασαλείψει
εμείςέχουμε πασαλείψει
εσείςέχετε πασαλείψει
αυτοί/ές/άέχουν πασαλείψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα πασαλείψει
εσύείχες πασαλείψει
αυτός/ή/όείχε πασαλείψει
εμείςείχαμε πασαλείψει
εσείςείχατε πασαλείψει
αυτοί/ές/άείχαν πασαλείψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω πασαλείψει
εσύθα έχεις πασαλείψει
αυτός/ή/όθα έχει πασαλείψει
εμείςθα έχουμε πασαλείψει
εσείςθα έχετε πασαλείψει
αυτοί/ές/άθα έχουν πασαλείψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπασάλειψε
εσείςπασαλείψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπασάλειβε
εσείςπασαλείβετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα πασαλείψω
εσύνα πασαλείψεις
αυτός/ή/όνα πασαλείψει
εμείςνα πασαλείψουμε
εσείςνα πασαλείψετε
αυτοί/ές/άνα πασαλείψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα πασαλείβω
εσύνα πασαλείβεις
αυτός/ή/όνα πασαλείβει
εμείςνα πασαλείβουμε
εσείςνα πασαλείβετε
αυτοί/ές/άνα πασαλείβουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω πασαλείψει
εσύνα έχεις πασαλείψει
αυτός/ή/όνα έχει πασαλείψει
εμείςνα έχουμε πασαλείψει
εσείςνα έχετε πασαλείψει
αυτοί/ές/άνα έχουν πασαλείψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

πασαλείψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

πασαλείβοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα πασάλειβα
εσύθα πασάλειβες
αυτός/ή/όθα πασάλειβε
εμείςθα πασαλείβαμε
εσείςθα πασαλείβατε
αυτοί/ές/άθα πασάλειβαν