BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

παρκάρω

парковать

park

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπαρκάρω
εσύπαρκάρεις
αυτός/ή/όπαρκάρει
εμείςπαρκάρουμε
εσείςπαρκάρετε
αυτοί/ές/άπαρκάρουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπάρκαρα
εσύπάρκαρες
αυτός/ή/όπάρκαρε
εμείςπαρκάραμε
εσείςπαρκάρατε
αυτοί/ές/άπάρκαραν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα παρκάρω
εσύθα παρκάρεις
αυτός/ή/όθα παρκάρει
εμείςθα παρκάρουμε
εσείςθα παρκάρετε
αυτοί/ές/άθα παρκάρουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπάρκαρα
εσύπάρκαρες
αυτός/ή/όπάρκαρε
εμείςπαρκάραμε
εσείςπαρκάρατε
αυτοί/ές/άπάρκαραν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα παρκάρω
εσύθα παρκάρεις
αυτός/ή/όθα παρκάρει
εμείςθα παρκάρουμε
εσείςθα παρκάρετε
αυτοί/ές/άθα παρκάρουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω παρκάρει
εσύέχεις παρκάρει
αυτός/ή/όέχει παρκάρει
εμείςέχουμε παρκάρει
εσείςέχετε παρκάρει
αυτοί/ές/άέχουν παρκάρει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα παρκάρει
εσύείχες παρκάρει
αυτός/ή/όείχε παρκάρει
εμείςείχαμε παρκάρει
εσείςείχατε παρκάρει
αυτοί/ές/άείχαν παρκάρει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω παρκάρει
εσύθα έχεις παρκάρει
αυτός/ή/όθα έχει παρκάρει
εμείςθα έχουμε παρκάρει
εσείςθα έχετε παρκάρει
αυτοί/ές/άθα έχουν παρκάρει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπαρκάρισε
εσείςπαρκάρετε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπαρκάριζε
εσείςπαρκάρετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα παρκάρω
εσύνα παρκάρεις
αυτός/ή/όνα παρκάρει
εμείςνα παρκάρουμε
εσείςνα παρκάρετε
αυτοί/ές/άνα παρκάρουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα παρκάρω
εσύνα παρκάρεις
αυτός/ή/όνα παρκάρει
εμείςνα παρκάρουμε
εσείςνα παρκάρετε
αυτοί/ές/άνα παρκάρουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω παρκάρει
εσύνα έχεις παρκάρει
αυτός/ή/όνα έχει παρκάρει
εμείςνα έχουμε παρκάρει
εσείςνα έχετε παρκάρει
αυτοί/ές/άνα έχουν παρκάρει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

παρκάρει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

παρκάροντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

παρκαρισμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα πάρκαρα
εσύθα πάρκαρες
αυτός/ή/όθα πάρκαρε
εμείςθα παρκάραμε
εσείςθα παρκάρατε
αυτοί/ές/άθα πάρκαραν