BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

παρεξηγώ

неправильно понимать, неверно истолковывать

misunderstand, misinterpret

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπαρεξηγώ
εσύπαρεξηγείς
αυτός/ή/όπαρεξηγεί
εμείςπαρεξηγούμε
εσείςπαρεξηγείτε
αυτοί/ές/άπαρεξηγούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπαρεξήγησα
εσύπαρεξήγησες
αυτός/ή/όπαρεξήγησε
εμείςπαρεξηγήσαμε
εσείςπαρεξηγήσατε
αυτοί/ές/άπαρεξήγησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα παρεξηγήσω
εσύθα παρεξηγήσεις
αυτός/ή/όθα παρεξηγήσει
εμείςθα παρεξηγήσουμε
εσείςθα παρεξηγήσετε
αυτοί/ές/άθα παρεξηγήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπαρεξηγούσα
εσύπαρεξηγούσες
αυτός/ή/όπαρεξηγούσε
εμείςπαρεξηγούσαμε
εσείςπαρεξηγούσατε
αυτοί/ές/άπαρεξηγούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα παρεξηγώ
εσύθα παρεξηγείς
αυτός/ή/όθα παρεξηγεί
εμείςθα παρεξηγούμε
εσείςθα παρεξηγείτε
αυτοί/ές/άθα παρεξηγούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω παρεξηγήσει
εσύέχεις παρεξηγήσει
αυτός/ή/όέχει παρεξηγήσει
εμείςέχουμε παρεξηγήσει
εσείςέχετε παρεξηγήσει
αυτοί/ές/άέχουν παρεξηγήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα παρεξηγήσει
εσύείχες παρεξηγήσει
αυτός/ή/όείχε παρεξηγήσει
εμείςείχαμε παρεξηγήσει
εσείςείχατε παρεξηγήσει
αυτοί/ές/άείχαν παρεξηγήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω παρεξηγήσει
εσύθα έχεις παρεξηγήσει
αυτός/ή/όθα έχει παρεξηγήσει
εμείςθα έχουμε παρεξηγήσει
εσείςθα έχετε παρεξηγήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν παρεξηγήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπαρεξήγησε
εσείςπαρεξηγήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςπαρεξηγείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα παρεξηγήσω
εσύνα παρεξηγήσεις
αυτός/ή/όνα παρεξηγήσει
εμείςνα παρεξηγήσουμε
εσείςνα παρεξηγήσετε
αυτοί/ές/άνα παρεξηγήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα παρεξηγώ
εσύνα παρεξηγείς
αυτός/ή/όνα παρεξηγεί
εμείςνα παρεξηγούμε
εσείςνα παρεξηγείτε
αυτοί/ές/άνα παρεξηγούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω παρεξηγήσει
εσύνα έχεις παρεξηγήσει
αυτός/ή/όνα έχει παρεξηγήσει
εμείςνα έχουμε παρεξηγήσει
εσείςνα έχετε παρεξηγήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν παρεξηγήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

παρεξηγήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

παρεξηγώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα παρεξηγούσα
εσύθα παρεξηγούσες
αυτός/ή/όθα παρεξηγούσε
εμείςθα παρεξηγούσαμε
εσείςθα παρεξηγούσατε
αυτοί/ές/άθα παρεξηγούσαν