BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

παρασημοφορώ

награждать

decorate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπαρασημοφορώ
εσύπαρασημοφορείς
αυτός/ή/όπαρασημοφορεί
εμείςπαρασημοφορούμε
εσείςπαρασημοφορείτε
αυτοί/ές/άπαρασημοφορούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπαρασημοφόρησα
εσύπαρασημοφόρησες
αυτός/ή/όπαρασημοφόρησε
εμείςπαρασημοφορήσαμε
εσείςπαρασημοφορήσατε
αυτοί/ές/άπαρασημοφόρησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα παρασημοφορήσω
εσύθα παρασημοφορήσεις
αυτός/ή/όθα παρασημοφορήσει
εμείςθα παρασημοφορήσουμε
εσείςθα παρασημοφορήσετε
αυτοί/ές/άθα παρασημοφορήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπαρασημοφορούσα
εσύπαρασημοφορούσες
αυτός/ή/όπαρασημοφορούσε
εμείςπαρασημοφορούσαμε
εσείςπαρασημοφορούσατε
αυτοί/ές/άπαρασημοφορούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα παρασημοφορώ
εσύθα παρασημοφορείς
αυτός/ή/όθα παρασημοφορεί
εμείςθα παρασημοφορούμε
εσείςθα παρασημοφορείτε
αυτοί/ές/άθα παρασημοφορούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω παρασημοφορήσει
εσύέχεις παρασημοφορήσει
αυτός/ή/όέχει παρασημοφορήσει
εμείςέχουμε παρασημοφορήσει
εσείςέχετε παρασημοφορήσει
αυτοί/ές/άέχουν παρασημοφορήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα παρασημοφορήσει
εσύείχες παρασημοφορήσει
αυτός/ή/όείχε παρασημοφορήσει
εμείςείχαμε παρασημοφορήσει
εσείςείχατε παρασημοφορήσει
αυτοί/ές/άείχαν παρασημοφορήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω παρασημοφορήσει
εσύθα έχεις παρασημοφορήσει
αυτός/ή/όθα έχει παρασημοφορήσει
εμείςθα έχουμε παρασημοφορήσει
εσείςθα έχετε παρασημοφορήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν παρασημοφορήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπαρασημοφόρησε
εσείςπαρασημοφορήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςπαρασημοφορείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα παρασημοφορήσω
εσύνα παρασημοφορήσεις
αυτός/ή/όνα παρασημοφορήσει
εμείςνα παρασημοφορήσουμε
εσείςνα παρασημοφορήσετε
αυτοί/ές/άνα παρασημοφορήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα παρασημοφορώ
εσύνα παρασημοφορείς
αυτός/ή/όνα παρασημοφορεί
εμείςνα παρασημοφορούμε
εσείςνα παρασημοφορείτε
αυτοί/ές/άνα παρασημοφορούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω παρασημοφορήσει
εσύνα έχεις παρασημοφορήσει
αυτός/ή/όνα έχει παρασημοφορήσει
εμείςνα έχουμε παρασημοφορήσει
εσείςνα έχετε παρασημοφορήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν παρασημοφορήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

παρασημοφορήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

παρασημοφορώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα παρασημοφορούσα
εσύθα παρασημοφορούσες
αυτός/ή/όθα παρασημοφορούσε
εμείςθα παρασημοφορούσαμε
εσείςθα παρασημοφορούσατε
αυτοί/ές/άθα παρασημοφορούσαν