BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

παραμυθιάζω

лгать

tell lies

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπαραμυθιάζω
εσύπαραμυθιάζεις
αυτός/ή/όπαραμυθιάζει
εμείςπαραμυθιάζουμε
εσείςπαραμυθιάζετε
αυτοί/ές/άπαραμυθιάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπαραμύθιασα
εσύπαραμύθιασες
αυτός/ή/όπαραμύθιασε
εμείςπαραμυθιάσαμε
εσείςπαραμυθιάσατε
αυτοί/ές/άπαραμύθιασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα παραμυθιάσω
εσύθα παραμυθιάσεις
αυτός/ή/όθα παραμυθιάσει
εμείςθα παραμυθιάσουμε
εσείςθα παραμυθιάσετε
αυτοί/ές/άθα παραμυθιάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπαραμύθιαζα
εσύπαραμύθιαζες
αυτός/ή/όπαραμύθιαζε
εμείςπαραμυθιάζαμε
εσείςπαραμυθιάζατε
αυτοί/ές/άπαραμύθιαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα παραμυθιάζω
εσύθα παραμυθιάζεις
αυτός/ή/όθα παραμυθιάζει
εμείςθα παραμυθιάζουμε
εσείςθα παραμυθιάζετε
αυτοί/ές/άθα παραμυθιάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω παραμυθιάσει
εσύέχεις παραμυθιάσει
αυτός/ή/όέχει παραμυθιάσει
εμείςέχουμε παραμυθιάσει
εσείςέχετε παραμυθιάσει
αυτοί/ές/άέχουν παραμυθιάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα παραμυθιάσει
εσύείχες παραμυθιάσει
αυτός/ή/όείχε παραμυθιάσει
εμείςείχαμε παραμυθιάσει
εσείςείχατε παραμυθιάσει
αυτοί/ές/άείχαν παραμυθιάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω παραμυθιάσει
εσύθα έχεις παραμυθιάσει
αυτός/ή/όθα έχει παραμυθιάσει
εμείςθα έχουμε παραμυθιάσει
εσείςθα έχετε παραμυθιάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν παραμυθιάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπαραμύθιασε
εσείςπαραμυθιάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπαραμύθιαζε
εσείςπαραμυθιάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα παραμυθιάσω
εσύνα παραμυθιάσεις
αυτός/ή/όνα παραμυθιάσει
εμείςνα παραμυθιάσουμε
εσείςνα παραμυθιάσετε
αυτοί/ές/άνα παραμυθιάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα παραμυθιάζω
εσύνα παραμυθιάζεις
αυτός/ή/όνα παραμυθιάζει
εμείςνα παραμυθιάζουμε
εσείςνα παραμυθιάζετε
αυτοί/ές/άνα παραμυθιάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω παραμυθιάσει
εσύνα έχεις παραμυθιάσει
αυτός/ή/όνα έχει παραμυθιάσει
εμείςνα έχουμε παραμυθιάσει
εσείςνα έχετε παραμυθιάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν παραμυθιάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

παραμυθιάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

παραμυθιάζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα παραμύθιαζα
εσύθα παραμύθιαζες
αυτός/ή/όθα παραμύθιαζε
εμείςθα παραμυθιάζαμε
εσείςθα παραμυθιάζατε
αυτοί/ές/άθα παραμύθιαζαν