BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

παραθερίζω

проводить лето

spend the summer

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπαραθερίζω
εσύπαραθερίζεις
αυτός/ή/όπαραθερίζει
εμείςπαραθερίζουμε
εσείςπαραθερίζετε
αυτοί/ές/άπαραθερίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπαραθέρισα
εσύπαραθέρισες
αυτός/ή/όπαραθέρισε
εμείςπαραθερίσαμε
εσείςπαραθερίσατε
αυτοί/ές/άπαραθέρισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα παραθερίσω
εσύθα παραθερίσεις
αυτός/ή/όθα παραθερίσει
εμείςθα παραθερίσουμε
εσείςθα παραθερίσετε
αυτοί/ές/άθα παραθερίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπαραθέριζα
εσύπαραθέριζες
αυτός/ή/όπαραθέριζε
εμείςπαραθερίζαμε
εσείςπαραθερίζατε
αυτοί/ές/άπαραθέριζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα παραθερίζω
εσύθα παραθερίζεις
αυτός/ή/όθα παραθερίζει
εμείςθα παραθερίζουμε
εσείςθα παραθερίζετε
αυτοί/ές/άθα παραθερίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω παραθερίσει
εσύέχεις παραθερίσει
αυτός/ή/όέχει παραθερίσει
εμείςέχουμε παραθερίσει
εσείςέχετε παραθερίσει
αυτοί/ές/άέχουν παραθερίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα παραθερίσει
εσύείχες παραθερίσει
αυτός/ή/όείχε παραθερίσει
εμείςείχαμε παραθερίσει
εσείςείχατε παραθερίσει
αυτοί/ές/άείχαν παραθερίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω παραθερίσει
εσύθα έχεις παραθερίσει
αυτός/ή/όθα έχει παραθερίσει
εμείςθα έχουμε παραθερίσει
εσείςθα έχετε παραθερίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν παραθερίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπαραθέρισε
εσείςπαραθερίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπαραθέριζε
εσείςπαραθερίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα παραθερίσω
εσύνα παραθερίσεις
αυτός/ή/όνα παραθερίσει
εμείςνα παραθερίσουμε
εσείςνα παραθερίσετε
αυτοί/ές/άνα παραθερίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα παραθερίζω
εσύνα παραθερίζεις
αυτός/ή/όνα παραθερίζει
εμείςνα παραθερίζουμε
εσείςνα παραθερίζετε
αυτοί/ές/άνα παραθερίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω παραθερίσει
εσύνα έχεις παραθερίσει
αυτός/ή/όνα έχει παραθερίσει
εμείςνα έχουμε παραθερίσει
εσείςνα έχετε παραθερίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν παραθερίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

παραθερίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

παραθερίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα παραθέριζα
εσύθα παραθέριζες
αυτός/ή/όθα παραθέριζε
εμείςθα παραθερίζαμε
εσείςθα παραθερίζατε
αυτοί/ές/άθα παραθέριζαν