BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

πανηγυρίζω

праздновать

celebrate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπανηγυρίζω
εσύπανηγυρίζεις
αυτός/ή/όπανηγυρίζει
εμείςπανηγυρίζουμε
εσείςπανηγυρίζετε
αυτοί/ές/άπανηγυρίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπανηγύρισα
εσύπανηγύρισες
αυτός/ή/όπανηγύρησε
εμείςπανηγυρίσαμε
εσείςπανηγυρίσατε
αυτοί/ές/άπανηγύρισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα πανηγυρίσω
εσύθα πανηγυρίσεις
αυτός/ή/όθα πανηγυρίσει
εμείςθα πανηγυρίσουμε
εσείςθα πανηγυρίσετε
αυτοί/ές/άθα πανηγυρίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπανηγύριζα
εσύπανηγύριζες
αυτός/ή/όπανηγύριζε
εμείςπανηγυρίζαμε
εσείςπανηγυρίζατε
αυτοί/ές/άπανηγύριζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα πανηγυρίζω
εσύθα πανηγυρίζεις
αυτός/ή/όθα πανηγυρίζει
εμείςθα πανηγυρίζουμε
εσείςθα πανηγυρίζετε
αυτοί/ές/άθα πανηγυρίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω πανηγυρίσει
εσύέχεις πανηγυρίσει
αυτός/ή/όέχει πανηγυρίσει
εμείςέχουμε πανηγυρίσει
εσείςέχετε πανηγυρίσει
αυτοί/ές/άέχουν πανηγυρίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα πανηγυρίσει
εσύείχες πανηγυρίσει
αυτός/ή/όείχε πανηγυρίσει
εμείςείχαμε πανηγυρίσει
εσείςείχατε πανηγυρίσει
αυτοί/ές/άείχαν πανηγυρίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω πανηγυρίσει
εσύθα έχεις πανηγυρίσει
αυτός/ή/όθα έχει πανηγυρίσει
εμείςθα έχουμε πανηγυρίσει
εσείςθα έχετε πανηγυρίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν πανηγυρίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπανηγύρισε
εσείςπανηγυρίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπανηγύριζε
εσείςπανηγυρίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα πανηγυρίσω
εσύνα πανηγυρίσεις
αυτός/ή/όνα πανηγυρίσει
εμείςνα πανηγυρίσουμε
εσείςνα πανηγυρίσετε
αυτοί/ές/άνα πανηγυρίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα πανηγυρίζω
εσύνα πανηγυρίζεις
αυτός/ή/όνα πανηγυρίζει
εμείςνα πανηγυρίζουμε
εσείςνα πανηγυρίζετε
αυτοί/ές/άνα πανηγυρίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω πανηγυρίσει
εσύνα έχεις πανηγυρίσει
αυτός/ή/όνα έχει πανηγυρίσει
εμείςνα έχουμε πανηγυρίσει
εσείςνα έχετε πανηγυρίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν πανηγυρίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

πανηγυρίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

πανηγυρίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα πανηγύριζα
εσύθα πανηγύριζες
αυτός/ή/όθα πανηγύριζε
εμείςθα πανηγυρίζαμε
εσείςθα πανηγυρίζατε
αυτοί/ές/άθα πανηγύριζαν