BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

παινεύω

хвалить

praise

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπαινεύω
εσύπαινεύεις
αυτός/ή/όπαινεύει
εμείςπαινεύουμε
εσείςπαινεύετε
αυτοί/ές/άπαινεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπαίνεψα
εσύπαίνεψες
αυτός/ή/όπαίνεψε
εμείςπαινέψαμε
εσείςπαινέψατε
αυτοί/ές/άπαίνεψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα παινέψω
εσύθα παινέψεις
αυτός/ή/όθα παινέψει
εμείςθα παινέψουμε
εσείςθα παινέψετε
αυτοί/ές/άθα παινέψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπαίνευα
εσύπαίνευες
αυτός/ή/όπαίνευε
εμείςπαινεύαμε
εσείςπαινεύατε
αυτοί/ές/άπαίνευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα παινεύω
εσύθα παινεύεις
αυτός/ή/όθα παινεύει
εμείςθα παινεύουμε
εσείςθα παινεύετε
αυτοί/ές/άθα παινεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω παινέψει
εσύέχεις παινέψει
αυτός/ή/όέχει παινέψει
εμείςέχουμε παινέψει
εσείςέχετε παινέψει
αυτοί/ές/άέχουν παινέψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα παινέψει
εσύείχες παινέψει
αυτός/ή/όείχε παινέψει
εμείςείχαμε παινέψει
εσείςείχατε παινέψει
αυτοί/ές/άείχαν παινέψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω παινέψει
εσύθα έχεις παινέψει
αυτός/ή/όθα έχει παινέψει
εμείςθα έχουμε παινέψει
εσείςθα έχετε παινέψει
αυτοί/ές/άθα έχουν παινέψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπαίνεψε
εσείςπαινέψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπαίνευε
εσείςπαινεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα παινέψω
εσύνα παινέψεις
αυτός/ή/όνα παινέψει
εμείςνα παινέψουμε
εσείςνα παινέψετε
αυτοί/ές/άνα παινέψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα παινεύω
εσύνα παινεύεις
αυτός/ή/όνα παινεύει
εμείςνα παινεύουμε
εσείςνα παινεύετε
αυτοί/ές/άνα παινεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω παινέψει
εσύνα έχεις παινέψει
αυτός/ή/όνα έχει παινέψει
εμείςνα έχουμε παινέψει
εσείςνα έχετε παινέψει
αυτοί/ές/άνα έχουν παινέψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

παινέψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

παινεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα παίνευα
εσύθα παίνευες
αυτός/ή/όθα παίνευε
εμείςθα παινεύαμε
εσείςθα παινεύατε
αυτοί/ές/άθα παίνευαν