BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

παιδιαρίζω

вести себя как ребенок, пустословить

behave like a child, palter

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπαιδιαρίζω
εσύπαιδιαρίζεις
αυτός/ή/όπαιδιαρίζει
εμείςπαιδιαρίζουμε
εσείςπαιδιαρίζετε
αυτοί/ές/άπαιδιαρίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπαιδιάρισα
εσύπαιδιάρισες
αυτός/ή/όπαιδιάρισε
εμείςπαιδιαρίσαμε
εσείςπαιδιαρίσατε
αυτοί/ές/άπαιδιάρισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα παιδιαρίσω
εσύθα παιδιαρίσεις
αυτός/ή/όθα παιδιαρίσει
εμείςθα παιδιαρίσουμε
εσείςθα παιδιαρίσετε
αυτοί/ές/άθα παιδιαρίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπαιδιάριζα
εσύπαιδιάριζες
αυτός/ή/όπαιδιάριζε
εμείςπαιδιαρίζαμε
εσείςπαιδιαρίζατε
αυτοί/ές/άπαιδιάριζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα παιδιαρίζω
εσύθα παιδιαρίζεις
αυτός/ή/όθα παιδιαρίζει
εμείςθα παιδιαρίζουμε
εσείςθα παιδιαρίζετε
αυτοί/ές/άθα παιδιαρίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω παιδιαρίσει
εσύέχεις παιδιαρίσει
αυτός/ή/όέχει παιδιαρίσει
εμείςέχουμε παιδιαρίσει
εσείςέχετε παιδιαρίσει
αυτοί/ές/άέχουν παιδιαρίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα παιδιαρίσει
εσύείχες παιδιαρίσει
αυτός/ή/όείχε παιδιαρίσει
εμείςείχαμε παιδιαρίσει
εσείςείχατε παιδιαρίσει
αυτοί/ές/άείχαν παιδιαρίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω παιδιαρίσει
εσύθα έχεις παιδιαρίσει
αυτός/ή/όθα έχει παιδιαρίσει
εμείςθα έχουμε παιδιαρίσει
εσείςθα έχετε παιδιαρίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν παιδιαρίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπαιδιάρισε
εσείςπαιδιαρίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύπαιδιάριζε
εσείςπαιδιαρίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα παιδιαρίσω
εσύνα παιδιαρίσεις
αυτός/ή/όνα παιδιαρίσει
εμείςνα παιδιαρίσουμε
εσείςνα παιδιαρίσετε
αυτοί/ές/άνα παιδιαρίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα παιδιαρίζω
εσύνα παιδιαρίζεις
αυτός/ή/όνα παιδιαρίζει
εμείςνα παιδιαρίζουμε
εσείςνα παιδιαρίζετε
αυτοί/ές/άνα παιδιαρίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω παιδιαρίσει
εσύνα έχεις παιδιαρίσει
αυτός/ή/όνα έχει παιδιαρίσει
εμείςνα έχουμε παιδιαρίσει
εσείςνα έχετε παιδιαρίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν παιδιαρίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

παιδιαρίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

παιδιαρίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα παιδιάριζα
εσύθα παιδιάριζες
αυτός/ή/όθα παιδιάριζε
εμείςθα παιδιαρίζαμε
εσείςθα παιδιαρίζατε
αυτοί/ές/άθα παιδιάριζαν