BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

παίζομαι

разыгрываться

be played

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώπαίζομαι
εσύπαίζεσαι
αυτός/ή/όπαίζεται
εμείςπαιζόμαστε
εσείςπαίζεστε
αυτοί/ές/άπαίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώπαίχτηκα
εσύπαίχτηκες
αυτός/ή/όπαίχτηκε
εμείςπαιχτήκαμε
εσείςπαιχτήκατε
αυτοί/ές/άπαίχτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα παιχτώ
εσύθα παιχτείς
αυτός/ή/όθα παιχτεί
εμείςθα παιχτούμε
εσείςθα παιχτείτε
αυτοί/ές/άθα παιχτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώπαιζόμουν
εσύπαιζόσουν
αυτός/ή/όπαιζόταν
εμείςπαιζόμαστε
εσείςπαιζόσαστε
αυτοί/ές/άπαίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα παίζομαι
εσύθα παίζεσαι
αυτός/ή/όθα παίζεται
εμείςθα παιζόμαστε
εσείςθα παίζεστε
αυτοί/ές/άθα παίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω παιχτεί
εσύέχεις παιχτεί
αυτός/ή/όέχει παιχτεί
εμείςέχουμε παιχτεί
εσείςέχετε παιχτεί
αυτοί/ές/άέχουν παιχτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα παιχτεί
εσύείχες παιχτεί
αυτός/ή/όείχε παιχτεί
εμείςείχαμε παιχτεί
εσείςείχατε παιχτεί
αυτοί/ές/άείχαν παιχτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω παιχτεί
εσύθα έχεις παιχτεί
αυτός/ή/όθα έχει παιχτεί
εμείςθα έχουμε παιχτεί
εσείςθα έχετε παιχτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν παιχτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύπαίξου
εσείςπαιχτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςπαίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα παιχτώ
εσύνα παιχτείς
αυτός/ή/όνα παιχτεί
εμείςνα παιχτούμε
εσείςνα παιχτείτε
αυτοί/ές/άνα παιχτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα παίζομαι
εσύνα παίζεσαι
αυτός/ή/όνα παίζεται
εμείςνα παιζόμαστε
εσείςνα παίζεστε
αυτοί/ές/άνα παίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω παιχτεί
εσύνα έχεις παιχτεί
αυτός/ή/όνα έχει παιχτεί
εμείςνα έχουμε παιχτεί
εσείςνα έχετε παιχτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν παιχτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

παιχτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα παιχτώ
εσύθα παιχτείς
αυτός/ή/όθα παιχτεί
εμείςθα παιχτούμε
εσείςθα παιχτείτε
αυτοί/ές/άθα παιχτούν