BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ξυρίζω

брить

shave

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώξυρίζω
εσύξυρίζεις
αυτός/ή/όξυρίζει
εμείςξυρίζουμε
εσείςξυρίζετε
αυτοί/ές/άξυρίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώξύρισα
εσύξύρισες
αυτός/ή/όξύρισε
εμείςξυρίσαμε
εσείςξυρίσατε
αυτοί/ές/άξύρισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ξυρίσω
εσύθα ξυρίσεις
αυτός/ή/όθα ξυρίσει
εμείςθα ξυρίσουμε
εσείςθα ξυρίσετε
αυτοί/ές/άθα ξυρίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώξύριζα
εσύξύριζες
αυτός/ή/όξύριζε
εμείςξυρίζαμε
εσείςξυρίζατε
αυτοί/ές/άξύριζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ξυρίζω
εσύθα ξυρίζεις
αυτός/ή/όθα ξυρίζει
εμείςθα ξυρίζουμε
εσείςθα ξυρίζετε
αυτοί/ές/άθα ξυρίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ξυρίσει
εσύέχεις ξυρίσει
αυτός/ή/όέχει ξυρίσει
εμείςέχουμε ξυρίσει
εσείςέχετε ξυρίσει
αυτοί/ές/άέχουν ξυρίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ξυρίσει
εσύείχες ξυρίσει
αυτός/ή/όείχε ξυρίσει
εμείςείχαμε ξυρίσει
εσείςείχατε ξυρίσει
αυτοί/ές/άείχαν ξυρίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ξυρίσει
εσύθα έχεις ξυρίσει
αυτός/ή/όθα έχει ξυρίσει
εμείςθα έχουμε ξυρίσει
εσείςθα έχετε ξυρίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ξυρίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύξύρισε
εσείςξυρίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύξύριζε
εσείςξυρίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ξυρίσω
εσύνα ξυρίσεις
αυτός/ή/όνα ξυρίσει
εμείςνα ξυρίσουμε
εσείςνα ξυρίσετε
αυτοί/ές/άνα ξυρίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ξυρίζω
εσύνα ξυρίζεις
αυτός/ή/όνα ξυρίζει
εμείςνα ξυρίζουμε
εσείςνα ξυρίζετε
αυτοί/ές/άνα ξυρίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ξυρίσει
εσύνα έχεις ξυρίσει
αυτός/ή/όνα έχει ξυρίσει
εμείςνα έχουμε ξυρίσει
εσείςνα έχετε ξυρίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ξυρίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ξυρίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ξυρίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ξύριζα
εσύθα ξύριζες
αυτός/ή/όθα ξύριζε
εμείςθα ξυρίζαμε
εσείςθα ξυρίζατε
αυτοί/ές/άθα ξύριζαν