BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ξεπατικώνω

копировать, подражать

copy, imitate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώξεπατικώνω
εσύξεπατικώνεις
αυτός/ή/όξεπατικώνει
εμείςξεπατικώνουμε
εσείςξεπατικώνετε
αυτοί/ές/άξεπατικώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώξεπατίκωσα
εσύξεπατίκωσες
αυτός/ή/όξεπατίκωσε
εμείςξεπατικώσαμε
εσείςξεπατικώσατε
αυτοί/ές/άξεπατίκωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ξεπατικώσω
εσύθα ξεπατικώσεις
αυτός/ή/όθα ξεπατικώσει
εμείςθα ξεπατικώσουμε
εσείςθα ξεπατικώσετε
αυτοί/ές/άθα ξεπατικώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώξεπατίκωνα
εσύξεπατίκωνες
αυτός/ή/όξεπατίκωνε
εμείςξεπατικώναμε
εσείςξεπατικώνατε
αυτοί/ές/άξεπατίκωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ξεπατικώνω
εσύθα ξεπατικώνεις
αυτός/ή/όθα ξεπατικώνει
εμείςθα ξεπατικώνουμε
εσείςθα ξεπατικώνετε
αυτοί/ές/άθα ξεπατικώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ξεπατικώσει
εσύέχεις ξεπατικώσει
αυτός/ή/όέχει ξεπατικώσει
εμείςέχουμε ξεπατικώσει
εσείςέχετε ξεπατικώσει
αυτοί/ές/άέχουν ξεπατικώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ξεπατικώσει
εσύείχες ξεπατικώσει
αυτός/ή/όείχε ξεπατικώσει
εμείςείχαμε ξεπατικώσει
εσείςείχατε ξεπατικώσει
αυτοί/ές/άείχαν ξεπατικώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ξεπατικώσει
εσύθα έχεις ξεπατικώσει
αυτός/ή/όθα έχει ξεπατικώσει
εμείςθα έχουμε ξεπατικώσει
εσείςθα έχετε ξεπατικώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ξεπατικώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύξεπατίκωσε
εσείςξεπατικώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύξεπατίκωνε
εσείςξεπατικώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ξεπατικώσω
εσύνα ξεπατικώσεις
αυτός/ή/όνα ξεπατικώσει
εμείςνα ξεπατικώσουμε
εσείςνα ξεπατικώσετε
αυτοί/ές/άνα ξεπατικώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ξεπατικώνω
εσύνα ξεπατικώνεις
αυτός/ή/όνα ξεπατικώνει
εμείςνα ξεπατικώνουμε
εσείςνα ξεπατικώνετε
αυτοί/ές/άνα ξεπατικώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ξεπατικώσει
εσύνα έχεις ξεπατικώσει
αυτός/ή/όνα έχει ξεπατικώσει
εμείςνα έχουμε ξεπατικώσει
εσείςνα έχετε ξεπατικώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ξεπατικώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ξεπατικώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ξεπατικώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ξεπατίκωνα
εσύθα ξεπατίκωνες
αυτός/ή/όθα ξεπατίκωνε
εμείςθα ξεπατικώναμε
εσείςθα ξεπατικώνατε
αυτοί/ές/άθα ξεπατίκωναν