BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ξεπαγιάζω

замерзать

freeze

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώξεπαγιάζω
εσύξεπαγιάζεις
αυτός/ή/όξεπαγιάζει
εμείςξεπαγιάζουμε
εσείςξεπαγιάζετε
αυτοί/ές/άξεπαγιάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώξεπάγιασα
εσύξεπάγιασες
αυτός/ή/όξεπάγιασε
εμείςξεπαγιάσαμε
εσείςξεπαγιάσατε
αυτοί/ές/άξεπάγιασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ξεπαγιάσω
εσύθα ξεπαγιάσεις
αυτός/ή/όθα ξεπαγιάσει
εμείςθα ξεπαγιάσουμε
εσείςθα ξεπαγιάσετε
αυτοί/ές/άθα ξεπαγιάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώξεπάγιαζα
εσύξεπάγιαζες
αυτός/ή/όξεπάγιαζε
εμείςξεπαγιάζαμε
εσείςξεπαγιάζατε
αυτοί/ές/άξεπάγιαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ξεπαγιάζω
εσύθα ξεπαγιάζεις
αυτός/ή/όθα ξεπαγιάζει
εμείςθα ξεπαγιάζουμε
εσείςθα ξεπαγιάζετε
αυτοί/ές/άθα ξεπαγιάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ξεπαγιάσει
εσύέχεις ξεπαγιάσει
αυτός/ή/όέχει ξεπαγιάσει
εμείςέχουμε ξεπαγιάσει
εσείςέχετε ξεπαγιάσει
αυτοί/ές/άέχουν ξεπαγιάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ξεπαγιάσει
εσύείχες ξεπαγιάσει
αυτός/ή/όείχε ξεπαγιάσει
εμείςείχαμε ξεπαγιάσει
εσείςείχατε ξεπαγιάσει
αυτοί/ές/άείχαν ξεπαγιάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ξεπαγιάσει
εσύθα έχεις ξεπαγιάσει
αυτός/ή/όθα έχει ξεπαγιάσει
εμείςθα έχουμε ξεπαγιάσει
εσείςθα έχετε ξεπαγιάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ξεπαγιάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύξεπάγιασε
εσείςξεπαγιάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύξεπάγιαζε
εσείςξεπαγιάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ξεπαγιάσω
εσύνα ξεπαγιάσεις
αυτός/ή/όνα ξεπαγιάσει
εμείςνα ξεπαγιάσουμε
εσείςνα ξεπαγιάσετε
αυτοί/ές/άνα ξεπαγιάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ξεπαγιάζω
εσύνα ξεπαγιάζεις
αυτός/ή/όνα ξεπαγιάζει
εμείςνα ξεπαγιάζουμε
εσείςνα ξεπαγιάζετε
αυτοί/ές/άνα ξεπαγιάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ξεπαγιάσει
εσύνα έχεις ξεπαγιάσει
αυτός/ή/όνα έχει ξεπαγιάσει
εμείςνα έχουμε ξεπαγιάσει
εσείςνα έχετε ξεπαγιάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ξεπαγιάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ξεπαγιάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ξεπαγιάζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

ξεπαγιασμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ξεπάγιαζα
εσύθα ξεπάγιαζες
αυτός/ή/όθα ξεπάγιαζε
εμείςθα ξεπαγιάζαμε
εσείςθα ξεπαγιάζατε
αυτοί/ές/άθα ξεπάγιαζαν