BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ξεμυαλίζομαι

терять голову

lose one's head

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώξεμυαλίζομαι
εσύξεμυαλίζεσαι
αυτός/ή/όξεμυαλίζεται
εμείςξεμυαλιζόμαστε
εσείςξεμυαλίζεστε
αυτοί/ές/άξεμυαλίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώξεμυαλίστηκα
εσύξεμυαλίστηκες
αυτός/ή/όξεμυαλίστηκε
εμείςξεμυαλιστήκαμε
εσείςξεμυαλιστήκατε
αυτοί/ές/άξεμυαλίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ξεμυαλιστώ
εσύθα ξεμυαλιστείς
αυτός/ή/όθα ξεμυαλιστεί
εμείςθα ξεμυαλιστούμε
εσείςθα ξεμυαλιστείτε
αυτοί/ές/άθα ξεμυαλιστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώξεμυαλιζόμουν
εσύξεμυαλιζόσουν
αυτός/ή/όξεμυαλιζόταν
εμείςξεμυαλιζόμαστε
εσείςξεμυαλιζόσαστε
αυτοί/ές/άξεμυαλίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ξεμυαλίζομαι
εσύθα ξεμυαλίζεσαι
αυτός/ή/όθα ξεμυαλίζεται
εμείςθα ξεμυαλιζόμαστε
εσείςθα ξεμυαλίζεστε
αυτοί/ές/άθα ξεμυαλίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ξεμυαλιστεί
εσύέχεις ξεμυαλιστεί
αυτός/ή/όέχει ξεμυαλιστεί
εμείςέχουμε ξεμυαλιστεί
εσείςέχετε ξεμυαλιστεί
αυτοί/ές/άέχουν ξεμυαλιστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ξεμυαλιστεί
εσύείχες ξεμυαλιστεί
αυτός/ή/όείχε ξεμυαλιστεί
εμείςείχαμε ξεμυαλιστεί
εσείςείχατε ξεμυαλιστεί
αυτοί/ές/άείχαν ξεμυαλιστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ξεμυαλιστεί
εσύθα έχεις ξεμυαλιστεί
αυτός/ή/όθα έχει ξεμυαλιστεί
εμείςθα έχουμε ξεμυαλιστεί
εσείςθα έχετε ξεμυαλιστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν ξεμυαλιστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύξεμυαλίσου
εσείςξεμυαλιστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςξεμυαλίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ξεμυαλιστώ
εσύνα ξεμυαλιστείς
αυτός/ή/όνα ξεμυαλιστεί
εμείςνα ξεμυαλιστούμε
εσείςνα ξεμυαλιστείτε
αυτοί/ές/άνα ξεμυαλιστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ξεμυαλίζομαι
εσύνα ξεμυαλίζεσαι
αυτός/ή/όνα ξεμυαλίζεται
εμείςνα ξεμυαλιζόμαστε
εσείςνα ξεμυαλίζεστε
αυτοί/ές/άνα ξεμυαλίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ξεμυαλιστεί
εσύνα έχεις ξεμυαλιστεί
αυτός/ή/όνα έχει ξεμυαλιστεί
εμείςνα έχουμε ξεμυαλιστεί
εσείςνα έχετε ξεμυαλιστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν ξεμυαλιστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ξεμυαλιστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ξεμυαλιστώ
εσύθα ξεμυαλιστείς
αυτός/ή/όθα ξεμυαλιστεί
εμείςθα ξεμυαλιστούμε
εσείςθα ξεμυαλιστείτε
αυτοί/ές/άθα ξεμυαλιστούν