BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ξεματιάζομαι

снимать с себя сглаз

release oneself from the evil eye

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώξεματιάζομαι
εσύξεματιάζεσαι
αυτός/ή/όξεματιάζεται
εμείςξεματιαζόμαστε
εσείςξεματιάζεστε
αυτοί/ές/άξεματιάζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώξεματιάστηκα
εσύξεματιάστηκες
αυτός/ή/όξεματιάστηκε
εμείςξεματιαστήκαμε
εσείςξεματιαστήκατε
αυτοί/ές/άξεματιάστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ξεματιαστώ
εσύθα ξεματιαστείς
αυτός/ή/όθα ξεματιαστεί
εμείςθα ξεματιαστούμε
εσείςθα ξεματιαστείτε
αυτοί/ές/άθα ξεματιαστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώξεματιαζόμουν
εσύξματιαζόσουν
αυτός/ή/όξεματιαζόταν
εμείςξεματιαζόμαστε
εσείςξεματιαζόσαστε
αυτοί/ές/άξεματιάζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ξεματιάζομαι
εσύθα ξεματιάζεσαι
αυτός/ή/όθα ξεματιάζεται
εμείςθα ξεματιαζόμαστε
εσείςθα ξεματιάζεστε
αυτοί/ές/άθα ξεματιάζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ξεματιαστεί
εσύέχεις ξεματιαστεί
αυτός/ή/όέχει ξεματιαστεί
εμείςέχουμε ξεματιαστεί
εσείςέχετε ξεματιαστεί
αυτοί/ές/άέχουν ξεματιαστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ξεματιαστεί
εσύείχες ξεματιαστεί
αυτός/ή/όείχε ξεματιαστεί
εμείςείχαμε ξεματιαστεί
εσείςείχατε ξεματιαστεί
αυτοί/ές/άείχαν ξεματιαστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ξεματιαστεί
εσύθα έχεις ξεματιαστεί
αυτός/ή/όθα έχει ξεματιαστεί
εμείςθα έχουμε ξεματιαστεί
εσείςθα έχετε ξεματιαστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν ξεματιαστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύξεματιάσου
εσείςξεματιαστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςξεματιάζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ξεματιαστώ
εσύνα ξεματιαστείς
αυτός/ή/όνα ξεματιαστεί
εμείςνα ξεματιαστούμε
εσείςνα ξεματιαστείτε
αυτοί/ές/άνα ξεματιαστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ξεματιάζομαι
εσύνα ξεματιάζεσαι
αυτός/ή/όνα ξεματιάζεται
εμείςνα ξεματιαζόμαστε
εσείςνα ξεματιάζεστε
αυτοί/ές/άνα ξεματιάζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ξεματιαστεί
εσύνα έχεις ξεματιαστεί
αυτός/ή/όνα έχει ξεματιαστεί
εμείςνα έχουμε ξεματιαστεί
εσείςνα έχετε ξεματιαστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν ξεματιαστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ξεματιαστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ξεματιαστώ
εσύθα ξεματιαστείς
αυτός/ή/όθα ξεματιαστεί
εμείςθα ξεματιαστούμε
εσείςθα ξεματιαστείτε
αυτοί/ές/άθα ξεματιαστούν