BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ξεκουράζω

расслаблять, давать отдых

relax, rest

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώξεκουράζω
εσύξεκουράζεις
αυτός/ή/όξεκουράζει
εμείςξεκουράζουμε
εσείςξεκουράζετε
αυτοί/ές/άξεκουράζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώξεκούρασα
εσύξεκούρασες
αυτός/ή/όξεκούρασε
εμείςξεκουράσαμε
εσείςξεκουράσατε
αυτοί/ές/άξεκούρασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ξεκουράσω
εσύθα ξεκουράσεις
αυτός/ή/όθα ξεκουράσει
εμείςθα ξεκουράσουμε
εσείςθα ξεκουράσετε
αυτοί/ές/άθα ξεκουράσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώξεκούραζα
εσύξεκούραζες
αυτός/ή/όξεκούραζε
εμείςξεκουράζαμε
εσείςξεκουράζατε
αυτοί/ές/άξεκούραζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ξεκουράζω
εσύθα ξεκουράζεις
αυτός/ή/όθα ξεκουράζει
εμείςθα ξεκουράζουμε
εσείςθα ξεκουράζετε
αυτοί/ές/άθα ξεκουράζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ξεκουράσει
εσύέχεις ξεκουράσει
αυτός/ή/όέχει ξεκουράσει
εμείςέχουμε ξεκουράσει
εσείςέχετε ξεκουράσει
αυτοί/ές/άέχουν ξεκουράσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ξεκουράσει
εσύείχες ξεκουράσει
αυτός/ή/όείχε ξεκουράσει
εμείςείχαμε ξεκουράσει
εσείςείχατε ξεκουράσει
αυτοί/ές/άείχαν ξεκουράσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ξεκουράσει
εσύθα έχεις ξεκουράσει
αυτός/ή/όθα έχει ξεκουράσει
εμείςθα έχουμε ξεκουράσει
εσείςθα έχετε ξεκουράσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ξεκουράσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύξεκούρασε
εσείςξεκουράστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύξεκούραζε
εσείςξεκουράζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ξεκουράσω
εσύνα ξεκουράσεις
αυτός/ή/όνα ξεκουράσει
εμείςνα ξεκουράσουμε
εσείςνα ξεκουράσετε
αυτοί/ές/άνα ξεκουράσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ξεκουράζω
εσύνα ξεκουράζεις
αυτός/ή/όνα ξεκουράζει
εμείςνα ξεκουράζουμε
εσείςνα ξεκουράζετε
αυτοί/ές/άνα ξεκουράζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ξεκουράσει
εσύνα έχεις ξεκουράσει
αυτός/ή/όνα έχει ξεκουράσει
εμείςνα έχουμε ξεκουράσει
εσείςνα έχετε ξεκουράσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ξεκουράσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ξεκουράσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ξεκουράζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ξεκούραζα
εσύθα ξεκούραζες
αυτός/ή/όθα ξεκούραζε
εμείςθα ξεκουράζαμε
εσείςθα ξεκουράζατε
αυτοί/ές/άθα ξεκούραζαν