BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ξεκλειδώνω

отпирать

unlock

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώξεκλειδώνω
εσύξεκλειδώνεις
αυτός/ή/όξεκλειδώνει
εμείςξεκλειδώνουμε
εσείςξεκλειδώνετε
αυτοί/ές/άξεκλειδώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώξεκλείδωσα
εσύξεκλείδωσες
αυτός/ή/όξεκλείδωσε
εμείςξεκλειδώσαμε
εσείςξεκλειδώσατε
αυτοί/ές/άξεκλείδωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ξεκλειδώσω
εσύθα ξεκλειδώσεις
αυτός/ή/όθα ξεκλειδώσει
εμείςθα ξεκλειδώσουμε
εσείςθα ξεκλειδώσετε
αυτοί/ές/άθα ξεκλειδώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώξεκλείδωνα
εσύξεκλείδωνες
αυτός/ή/όξεκλείδωνε
εμείςξεκλειδώναμε
εσείςξεκλειδώνατε
αυτοί/ές/άξεκλείδωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ξεκλειδώνω
εσύθα ξεκλειδώνεις
αυτός/ή/όθα ξεκλειδώνει
εμείςθα ξεκλειδώνουμε
εσείςθα ξεκλειδώνετε
αυτοί/ές/άθα ξεκλειδώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ξεκλειδώσει
εσύέχεις ξεκλειδώσει
αυτός/ή/όέχει ξεκλειδώσει
εμείςέχουμε ξεκλειδώσει
εσείςέχετε ξεκλειδώσει
αυτοί/ές/άέχουν ξεκλειδώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ξεκλειδώσει
εσύείχες ξεκλειδώσει
αυτός/ή/όείχε ξεκλειδώσει
εμείςείχαμε ξεκλειδώσει
εσείςείχατε ξεκλειδώσει
αυτοί/ές/άείχαν ξεκλειδώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ξεκλειδώσει
εσύθα έχεις ξεκλειδώσει
αυτός/ή/όθα έχει ξεκλειδώσει
εμείςθα έχουμε ξεκλειδώσει
εσείςθα έχετε ξεκλειδώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ξεκλειδώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύξεκλείδωσε
εσείςξεκλειδώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύξεκλείδωνε
εσείςξεκλειδώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ξεκλειδώσω
εσύνα ξεκλειδώσεις
αυτός/ή/όνα ξεκλειδώσει
εμείςνα ξεκλειδώσουμε
εσείςνα ξεκλειδώσετε
αυτοί/ές/άνα ξεκλειδώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ξεκλειδώνω
εσύνα ξεκλειδώνεις
αυτός/ή/όνα ξεκλειδώνει
εμείςνα ξεκλειδώνουμε
εσείςνα ξεκλειδώνετε
αυτοί/ές/άνα ξεκλειδώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ξεκλειδώσει
εσύνα έχεις ξεκλειδώσει
αυτός/ή/όνα έχει ξεκλειδώσει
εμείςνα έχουμε ξεκλειδώσει
εσείςνα έχετε ξεκλειδώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ξεκλειδώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ξεκλειδώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ξεκλειδώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ξεκλείδωνα
εσύθα ξεκλείδωνες
αυτός/ή/όθα ξεκλείδωνε
εμείςθα ξεκλειδώναμε
εσείςθα ξεκλειδώνατε
αυτοί/ές/άθα ξεκλείδωναν