BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

ξεγελάω, ξεγελώ

обманывать, мошенничать

deceive, cheat

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώξεγελάω, ξεγελώ
εσύξεγελάς
αυτός/ή/όξεγελάει, ξεγελά
εμείςξεγελάμε, ξεγελούμε
εσείςξεγελάτε
αυτοί/ές/άξεγελάνε, ξεγελούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώξεγέλασα
εσύξεγέλασες
αυτός/ή/όξεγέλασε
εμείςξεγελάσαμε
εσείςξεγελάσατε
αυτοί/ές/άξεγέλασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα ξεγελάσω
εσύθα ξεγελάσεις
αυτός/ή/όθα ξεγελάσει
εμείςθα ξεγελάσουμε
εσείςθα ξεγελάσετε
αυτοί/ές/άθα ξεγελάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώξεγελούσα
εσύξεγελούσες
αυτός/ή/όξεγελούσε
εμείςξεγελούσαμε
εσείςξεγελούσατε
αυτοί/ές/άξεγελούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα ξεγελάω, ξεγελώ
εσύθα ξεγελάς
αυτός/ή/όθα ξεγελάει, ξεγελά
εμείςθα ξεγελάμε, ξεγελούμε
εσείςθα ξεγελάτε
αυτοί/ές/άθα ξεγελάνε, ξεγελούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω ξεγελάσει
εσύέχεις ξεγελάσει
αυτός/ή/όέχει ξεγελάσει
εμείςέχουμε ξεγελάσει
εσείςέχετε ξεγελάσει
αυτοί/ές/άέχουν ξεγελάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα ξεγελάσει
εσύείχες ξεγελάσει
αυτός/ή/όείχε ξεγελάσει
εμείςείχαμε ξεγελάσει
εσείςείχατε ξεγελάσει
αυτοί/ές/άείχαν ξεγελάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω ξεγελάσει
εσύθα έχεις ξεγελάσει
αυτός/ή/όθα έχει ξεγελάσει
εμείςθα έχουμε ξεγελάσει
εσείςθα έχετε ξεγελάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν ξεγελάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύξεγέλασε
εσείςξεγελάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύξεγέλα
εσείςξεγελάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα ξεγελάσω
εσύνα ξεγελάσεις
αυτός/ή/όνα ξεγελάσει
εμείςνα ξεγελάσουμε
εσείςνα ξεγελάσετε
αυτοί/ές/άνα ξεγελάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα ξεγελάω, ξεγελώ
εσύνα ξεγελάς
αυτός/ή/όνα ξεγελάει, ξεγελά
εμείςνα ξεγελάμε, ξεγελούμε
εσείςνα ξεγελάτε
αυτοί/ές/άνα ξεγελάνε, ξεγελούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω ξεγελάσει
εσύνα έχεις ξεγελάσει
αυτός/ή/όνα έχει ξεγελάσει
εμείςνα έχουμε ξεγελάσει
εσείςνα έχετε ξεγελάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν ξεγελάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

ξεγελάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

ξεγελώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα ξεγελούσα
εσύθα ξεγελούσες
αυτός/ή/όθα ξεγελούσε
εμείςθα ξεγελούσαμε
εσείςθα ξεγελούσατε
αυτοί/ές/άθα ξεγελούσαν