BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

νοσταλγώ

жаждать, тосковать по

crave for, long for

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώνοσταλγώ
εσύνοσταλγείς
αυτός/ή/όνοσταλγεί
εμείςνοσταλγούμε
εσείςνοσταλγείτε
αυτοί/ές/άνοσταλγούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώνοστάλγησα
εσύνοστάλγησες
αυτός/ή/όνοστάλγησε
εμείςνοσταλγήσαμε
εσείςνοσταλγήσατε
αυτοί/ές/άνοστάλγησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα νοσταλγήσω
εσύθα νοσταλγήσεις
αυτός/ή/όθα νοσταλγήσει
εμείςθα νοσταλγήσουμε
εσείςθα νοσταλγήσετε
αυτοί/ές/άθα νοσταλγήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώνοσταλγούσα
εσύνοσταλγούσες
αυτός/ή/όνοσταλγούσε
εμείςνοσταλγούσαμε
εσείςνοσταλγούσατε
αυτοί/ές/άνοσταλγούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα νοσταλγώ
εσύθα νοσταλγείς
αυτός/ή/όθα νοσταλγεί
εμείςθα νοσταλγούμε
εσείςθα νοσταλγείτε
αυτοί/ές/άθα νοσταλγούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω νοσταλγήσει
εσύέχεις νοσταλγήσει
αυτός/ή/όέχει νοσταλγήσει
εμείςέχουμε νοσταλγήσει
εσείςέχετε νοσταλγήσει
αυτοί/ές/άέχουν νοσταλγήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα νοσταλγήσει
εσύείχες νοσταλγήσει
αυτός/ή/όείχε νοσταλγήσει
εμείςείχαμε νοσταλγήσει
εσείςείχατε νοσταλγήσει
αυτοί/ές/άείχαν νοσταλγήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω νοσταλγήσει
εσύθα έχεις νοσταλγήσει
αυτός/ή/όθα έχει νοσταλγήσει
εμείςθα έχουμε νοσταλγήσει
εσείςθα έχετε νοσταλγήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν νοσταλγήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύνοστάλγησε
εσείςνοσταλγήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςνοσταλγείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα νοσταλγήσω
εσύνα νοσταλγήσεις
αυτός/ή/όνα νοσταλγήσει
εμείςνα νοσταλγήσουμε
εσείςνα νοσταλγήσετε
αυτοί/ές/άνα νοσταλγήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα νοσταλγώ
εσύνα νοσταλγείς
αυτός/ή/όνα νοσταλγεί
εμείςνα νοσταλγούμε
εσείςνα νοσταλγείτε
αυτοί/ές/άνα νοσταλγούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω νοσταλγήσει
εσύνα έχεις νοσταλγήσει
αυτός/ή/όνα έχει νοσταλγήσει
εμείςνα έχουμε νοσταλγήσει
εσείςνα έχετε νοσταλγήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν νοσταλγήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

νοσταλγήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

νοσταλγώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα νοσταλγούσα
εσύθα νοσταλγούσες
αυτός/ή/όθα νοσταλγούσε
εμείςθα νοσταλγούσαμε
εσείςθα νοσταλγούσατε
αυτοί/ές/άθα νοσταλγούσαν