BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

νομιμοποιώ

узаконивать, легитимизировать

legalize, legitimate

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώνομιμοποιώ
εσύνομιμοποιείς
αυτός/ή/όνομιμοποιεί
εμείςνομιμοποιούμε
εσείςνομιμοποιείτε
αυτοί/ές/άνομιμοποιούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώνομιμοποίησα
εσύνομιμοποίησες
αυτός/ή/όνομιμοποίησε
εμείςνομιμοποιήσαμε
εσείςνομιμοποιήσατε
αυτοί/ές/άνομιμοποίησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα νομιμοποιήσω
εσύθα νομιμοποιήσεις
αυτός/ή/όθα νομιμοποιήσει
εμείςθα νομιμοποιήσουμε
εσείςθα νομιμοποιήσετε
αυτοί/ές/άθα νομιμοποιήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώνομιμοποιούσα
εσύνομιμοποιούσες
αυτός/ή/όνομιμοποιούσε
εμείςνομιμοποιούσαμε
εσείςνομιμοποιούσατε
αυτοί/ές/άνομιμοποιούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα νομιμοποιώ
εσύθα νομιμοποιείς
αυτός/ή/όθα νομιμοποιεί
εμείςθα νομιμοποιούμε
εσείςθα νομιμοποιείτε
αυτοί/ές/άθα νομιμοποιούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω νομιμοποιήσει
εσύέχεις νομιμοποιήσει
αυτός/ή/όέχει νομιμοποιήσει
εμείςέχουμε νομιμοποιήσει
εσείςέχετε νομιμοποιήσει
αυτοί/ές/άέχουν νομιμοποιήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα νομιμοποιήσει
εσύείχες νομιμοποιήσει
αυτός/ή/όείχε νομιμοποιήσει
εμείςείχαμε νομιμοποιήσει
εσείςείχατε νομιμοποιήσει
αυτοί/ές/άείχαν νομιμοποιήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω νομιμοποιήσει
εσύθα έχεις νομιμοποιήσει
αυτός/ή/όθα έχει νομιμοποιήσει
εμείςθα έχουμε νομιμοποιήσει
εσείςθα έχετε νομιμοποιήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν νομιμοποιήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύνομιμοποίησε
εσείςνομιμοποιήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςνομιμοποιείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα νομιμοποιήσω
εσύνα νομιμοποιήσεις
αυτός/ή/όνα νομιμοποιήσει
εμείςνα νομιμοποιήσουμε
εσείςνα νομιμοποιήσετε
αυτοί/ές/άνα νομιμοποιήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα νομιμοποιώ
εσύνα νομιμοποιείς
αυτός/ή/όνα νομιμοποιεί
εμείςνα νομιμοποιούμε
εσείςνα νομιμοποιείτε
αυτοί/ές/άνα νομιμοποιούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω νομιμοποιήσει
εσύνα έχεις νομιμοποιήσει
αυτός/ή/όνα έχει νομιμοποιήσει
εμείςνα έχουμε νομιμοποιήσει
εσείςνα έχετε νομιμοποιήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν νομιμοποιήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

νομιμοποιήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

νομιμοποιώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα νομιμοποιούσα
εσύθα νομιμοποιούσες
αυτός/ή/όθα νομιμοποιούσε
εμείςθα νομιμοποιούσαμε
εσείςθα νομιμοποιούσατε
αυτοί/ές/άθα νομιμοποιούσαν