BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

νοικοκυρεύομαι

устраиваться, остепениться

settle down

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώνοικοκυρεύομαι
εσύνοικοκυρεύεσαι
αυτός/ή/όνοικοκυρεύεται
εμείςνοικοκυρευόμαστε
εσείςνοικοκυρεύεστε
αυτοί/ές/άνοικοκυρεύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώνοικοκυρεύτηκα
εσύνοικοκυρεύτηκες
αυτός/ή/όνοικοκυρεύτηκε
εμείςνοικοκυρευτήκαμε
εσείςνοικοκυρευτήκατε
αυτοί/ές/άνοικοκυρεύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα νοικοκυρευτώ
εσύθα νοικοκυρευτείς
αυτός/ή/όθα νοικοκυρευτεί
εμείςθα νοικοκυρευτούμε
εσείςθα νοικοκυρευτείτε
αυτοί/ές/άθα νοικοκυρευτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώνοικοκυρευόμουν
εσύνοικοκυρευόσουν
αυτός/ή/όνοικοκυρευόταν
εμείςνοικοκυρευόμαστε
εσείςνοικοκυρευόσαστε
αυτοί/ές/άνοικοκυρεύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα νοικοκυρεύομαι
εσύθα νοικοκυρεύεσαι
αυτός/ή/όθα νοικοκυρεύεται
εμείςθα νοικοκυρευόμαστε
εσείςθα νοικοκυρεύεστε
αυτοί/ές/άθα νοικοκυρεύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω νοικοκυρευτεί
εσύέχεις νοικοκυρευτεί
αυτός/ή/όέχει νοικοκυρευτεί
εμείςέχουμε νοικοκυρευτεί
εσείςέχετε νοικοκυρευτεί
αυτοί/ές/άέχουν νοικοκυρευτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα νοικοκυρευτεί
εσύείχες νοικοκυρευτεί
αυτός/ή/όείχε νοικοκυρευτεί
εμείςείχαμε νοικοκυρευτεί
εσείςείχατε νοικοκυρευτεί
αυτοί/ές/άείχαν νοικοκυρευτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω νοικοκυρευτεί
εσύθα έχεις νοικοκυρευτεί
αυτός/ή/όθα έχει νοικοκυρευτεί
εμείςθα έχουμε νοικοκυρευτεί
εσείςθα έχετε νοικοκυρευτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν νοικοκυρευτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύνοικοκυρέψου
εσείςνοικοκυρευτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςνοικοκυρεύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα νοικοκυρευτώ
εσύνα νοικοκυρευτείς
αυτός/ή/όνα νοικοκυρευτεί
εμείςνα νοικοκυρευτούμε
εσείςνα νοικοκυρευτείτε
αυτοί/ές/άνα νοικοκυρευτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα νοικοκυρεύομαι
εσύνα νοικοκυρεύεσαι
αυτός/ή/όνα νοικοκυρεύεται
εμείςνα νοικοκυρευόμαστε
εσείςνα νοικοκυρεύεστε
αυτοί/ές/άνα νοικοκυρεύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω νοικοκυρευτεί
εσύνα έχεις νοικοκυρευτεί
αυτός/ή/όνα έχει νοικοκυρευτεί
εμείςνα έχουμε νοικοκυρευτεί
εσείςνα έχετε νοικοκυρευτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν νοικοκυρευτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

νοικοκυρευτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα νοικοκυρευτώ
εσύθα νοικοκυρευτείς
αυτός/ή/όθα νοικοκυρευτεί
εμείςθα νοικοκυρευτούμε
εσείςθα νοικοκυρευτείτε
αυτοί/ές/άθα νοικοκυρευτούν