BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

νοθεύομαι

быть фальсифицированным, быть разбавленным

be adulterated

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώνοθεύομαι
εσύνοθεύεσαι
αυτός/ή/όνοθεύεται
εμείςνοθευόμαστε
εσείςνοθεύεστε
αυτοί/ές/άνοθεύονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώνοθεύτηκα
εσύνοθεύτηκες
αυτός/ή/όνοθεύτηκε
εμείςνοθευτήκαμε
εσείςνοθευτήκατε
αυτοί/ές/άνοθεύτηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα νοθευτώ
εσύθα νοθευτείς
αυτός/ή/όθα νοθευτεί
εμείςθα νοθευτούμε
εσείςθα νοθευτείτε
αυτοί/ές/άθα νοθευτούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώνοθευόμουν
εσύνοθευόσουν
αυτός/ή/όνοθευόταν
εμείςνοθευόμαστε
εσείςνοθευόσαστε
αυτοί/ές/άνοθεύονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα νοθεύομαι
εσύθα νοθεύεσαι
αυτός/ή/όθα νοθεύεται
εμείςθα νοθευόμαστε
εσείςθα νοθεύεστε
αυτοί/ές/άθα νοθεύονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω νοθευτεί
εσύέχεις νοθευτεί
αυτός/ή/όέχει νοθευτεί
εμείςέχουμε νοθευτεί
εσείςέχετε νοθευτεί
αυτοί/ές/άέχουν νοθευτεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα νοθευτεί
εσύείχες νοθευτεί
αυτός/ή/όείχε νοθευτεί
εμείςείχαμε νοθευτεί
εσείςείχατε νοθευτεί
αυτοί/ές/άείχαν νοθευτεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω νοθευτεί
εσύθα έχεις νοθευτεί
αυτός/ή/όθα έχει νοθευτεί
εμείςθα έχουμε νοθευτεί
εσείςθα έχετε νοθευτεί
αυτοί/ές/άθα έχουν νοθευτεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύνοθεύσου
εσείςνοθευτείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςνοθεύεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα νοθευτώ
εσύνα νοθευτείς
αυτός/ή/όνα νοθευτεί
εμείςνα νοθευτούμε
εσείςνα νοθευτείτε
αυτοί/ές/άνα νοθευτούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα νοθεύομαι
εσύνα νοθεύεσαι
αυτός/ή/όνα νοθεύεται
εμείςνα νοθευόμαστε
εσείςνα νοθεύεστε
αυτοί/ές/άνα νοθεύονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω νοθευτεί
εσύνα έχεις νοθευτεί
αυτός/ή/όνα έχει νοθευτεί
εμείςνα έχουμε νοθευτεί
εσείςνα έχετε νοθευτεί
αυτοί/ές/άνα έχουν νοθευτεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

νοθευτεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα νοθευτώ
εσύθα νοθευτείς
αυτός/ή/όθα νοθευτεί
εμείςθα νοθευτούμε
εσείςθα νοθευτείτε
αυτοί/ές/άθα νοθευτούν