BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

νερώνω

разбавлять водой

water

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώνερώνω
εσύνερώνεις
αυτός/ή/όνερώνει
εμείςνερώνουμε
εσείςνερώνετε
αυτοί/ές/άνερώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώνέρωσα
εσύνέρωσες
αυτός/ή/όνέρωσε
εμείςνερώσαμε
εσείςνερώσατε
αυτοί/ές/άνέρωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα νερώσω
εσύθα νερώσεις
αυτός/ή/όθα νερώσει
εμείςθα νερώσουμε
εσείςθα νερώσετε
αυτοί/ές/άθα νερώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώνέρωνα
εσύνέρωνες
αυτός/ή/όνέρωνε
εμείςνερώναμε
εσείςνερώνατε
αυτοί/ές/άνέρωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα νερώνω
εσύθα νερώνεις
αυτός/ή/όθα νερώνει
εμείςθα νερώνουμε
εσείςθα νερώνετε
αυτοί/ές/άθα νερώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω νερώσει
εσύέχεις νερώσει
αυτός/ή/όέχει νερώσει
εμείςέχουμε νερώσει
εσείςέχετε νερώσει
αυτοί/ές/άέχουν νερώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα νερώσει
εσύείχες νερώσει
αυτός/ή/όείχε νερώσει
εμείςείχαμε νερώσει
εσείςείχατε νερώσει
αυτοί/ές/άείχαν νερώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω νερώσει
εσύθα έχεις νερώσει
αυτός/ή/όθα έχει νερώσει
εμείςθα έχουμε νερώσει
εσείςθα έχετε νερώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν νερώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύνέρωσε
εσείςνερώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύνέρωνε
εσείςνερώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα νερώσω
εσύνα νερώσεις
αυτός/ή/όνα νερώσει
εμείςνα νερώσουμε
εσείςνα νερώσετε
αυτοί/ές/άνα νερώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα νερώνω
εσύνα νερώνεις
αυτός/ή/όνα νερώνει
εμείςνα νερώνουμε
εσείςνα νερώνετε
αυτοί/ές/άνα νερώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω νερώσει
εσύνα έχεις νερώσει
αυτός/ή/όνα έχει νερώσει
εμείςνα έχουμε νερώσει
εσείςνα έχετε νερώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν νερώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

νερώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

νερώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα νέρωνα
εσύθα νέρωνες
αυτός/ή/όθα νέρωνε
εμείςθα νερώναμε
εσείςθα νερώνατε
αυτοί/ές/άθα νέρωναν