BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

νανουρίζομαι

укачивать себя

lull oneself

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώνανουρίζομαι
εσύνανουρίζεσαι
αυτός/ή/όνανουρίζεται
εμείςνανουριζόμαστε
εσείςνανουρίζεστε
αυτοί/ές/άνανουρίζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώνανουρίστηκα
εσύνανουρίστηκες
αυτός/ή/όνανουρίστηκε
εμείςνανουριστήκαμε
εσείςνανουριστήκατε
αυτοί/ές/άνανουρίστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα νανουριστώ
εσύθα νανουριστείς
αυτός/ή/όθα νανουριστεί
εμείςθα νανουριστούμε
εσείςθα νανουριστείτε
αυτοί/ές/άθα νανουριστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώνανουριζόμουν
εσύνανουριζόσουν
αυτός/ή/όνανουριζόταν
εμείςνανουριζόμαστε
εσείςνανουριζόσαστε
αυτοί/ές/άνανουρίζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα νανουρίζομαι
εσύθα νανουρίζεσαι
αυτός/ή/όθα νανουρίζεται
εμείςθα νανουριζόμαστε
εσείςθα νανουρίζεστε
αυτοί/ές/άθα νανουρίζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω νανουριστεί
εσύέχεις νανουριστεί
αυτός/ή/όέχει νανουριστεί
εμείςέχουμε νανουριστεί
εσείςέχετε νανουριστεί
αυτοί/ές/άέχουν νανουριστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα νανουριστεί
εσύείχες νανουριστεί
αυτός/ή/όείχε νανουριστεί
εμείςείχαμε νανουριστεί
εσείςείχατε νανουριστεί
αυτοί/ές/άείχαν νανουριστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω νανουριστεί
εσύθα έχεις νανουριστεί
αυτός/ή/όθα έχει νανουριστεί
εμείςθα έχουμε νανουριστεί
εσείςθα έχετε νανουριστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν νανουριστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύνανουρίσου
εσείςνανουριστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςνανουρίζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα νανουριστώ
εσύνα νανουριστείς
αυτός/ή/όνα νανουριστεί
εμείςνα νανουριστούμε
εσείςνα νανουριστείτε
αυτοί/ές/άνα νανουριστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα νανουρίζομαι
εσύνα νανουρίζεσαι
αυτός/ή/όνα νανουρίζεται
εμείςνα νανουριζόμαστε
εσείςνα νανουρίζεστε
αυτοί/ές/άνα νανουρίζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω νανουριστεί
εσύνα έχεις νανουριστεί
αυτός/ή/όνα έχει νανουριστεί
εμείςνα έχουμε νανουριστεί
εσείςνα έχετε νανουριστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν νανουριστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

νανουριστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα νανουριστώ
εσύθα νανουριστείς
αυτός/ή/όθα νανουριστεί
εμείςθα νανουριστούμε
εσείςθα νανουριστείτε
αυτοί/ές/άθα νανουριστούν