BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μπολιάζομαι

быть привитым

be grafted

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμπολιάζομαι
εσύμπολιάζεσαι
αυτός/ή/όμπολιάζεται
εμείςμπολιαζόμαστε
εσείςμπολιάζεστε
αυτοί/ές/άμπολιάζονται

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμπολιάστηκα
εσύμπολιάστηκες
αυτός/ή/όμπολιάστηκε
εμείςμπολιαστήκαμε
εσείςμπολιαστήκατε
αυτοί/ές/άμπολιάστηκαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μπολιαστώ
εσύθα μπολιαστείς
αυτός/ή/όθα μπολιαστεί
εμείςθα μπολιαστούμε
εσείςθα μπολιαστείτε
αυτοί/ές/άθα μπολιαστούν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμπολιαζόμουν
εσύμπολιαζόσουν
αυτός/ή/όμπολιαζόταν
εμείςμπολιαζόμαστε
εσείςμπολιαζόσαστε
αυτοί/ές/άμπολιάζονταν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μπολιάζομαι
εσύθα μπολιάζεσαι
αυτός/ή/όθα μπολιάζεται
εμείςθα μπολιαζόμαστε
εσείςθα μπολιάζεστε
αυτοί/ές/άθα μπολιάζονται

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μπολιαστεί
εσύέχεις μπολιαστεί
αυτός/ή/όέχει μπολιαστεί
εμείςέχουμε μπολιαστεί
εσείςέχετε μπολιαστεί
αυτοί/ές/άέχουν μπολιαστεί

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μπολιαστεί
εσύείχες μπολιαστεί
αυτός/ή/όείχε μπολιαστεί
εμείςείχαμε μπολιαστεί
εσείςείχατε μπολιαστεί
αυτοί/ές/άείχαν μπολιαστεί

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μπολιαστεί
εσύθα έχεις μπολιαστεί
αυτός/ή/όθα έχει μπολιαστεί
εμείςθα έχουμε μπολιαστεί
εσείςθα έχετε μπολιαστεί
αυτοί/ές/άθα έχουν μπολιαστεί

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμπολιάσου
εσείςμπολιαστείτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςμπολιάζεστε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μπολιαστώ
εσύνα μπολιαστείς
αυτός/ή/όνα μπολιαστεί
εμείςνα μπολιαστούμε
εσείςνα μπολιαστείτε
αυτοί/ές/άνα μπολιαστούν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μπολιάζομαι
εσύνα μπολιάζεσαι
αυτός/ή/όνα μπολιάζεται
εμείςνα μπολιαζόμαστε
εσείςνα μπολιάζεστε
αυτοί/ές/άνα μπολιάζονται

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μπολιαστεί
εσύνα έχεις μπολιαστεί
αυτός/ή/όνα έχει μπολιαστεί
εμείςνα έχουμε μπολιαστεί
εσείςνα έχετε μπολιαστεί
αυτοί/ές/άνα έχουν μπολιαστεί

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μπολιαστεί

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μπολιαστώ
εσύθα μπολιαστείς
αυτός/ή/όθα μπολιαστεί
εμείςθα μπολιαστούμε
εσείςθα μπολιαστείτε
αυτοί/ές/άθα μπολιαστούν