BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μπερδεύω

запутывать, сбивать с толку, спутывать

entangle, confuse, tangle

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμπερδεύω
εσύμπερδεύεις
αυτός/ή/όμπρεδεύει
εμείςμπερδεύουμε
εσείςμπερδεύετε
αυτοί/ές/άμπερδεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμπέρδεψα
εσύμπέρδεψες
αυτός/ή/όμπέρδεψε
εμείςμπερδέψαμε
εσείςμπερδέψατε
αυτοί/ές/άμπέρδεψαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μπερδέψω
εσύθα μπερδέψεις
αυτός/ή/όθα μπερδέψει
εμείςθα μπερδέψουμε
εσείςθα μπερδέψετε
αυτοί/ές/άθα μπερδέψουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμπέρδευα
εσύμπέρδευες
αυτός/ή/όμπέρδευε
εμείςμπερδεύαμε
εσείςμπερδεύατε
αυτοί/ές/άμπέρδευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μπερδεύω
εσύθα μπερδεύεις
αυτός/ή/όθα μπρεδεύει
εμείςθα μπερδεύουμε
εσείςθα μπερδεύετε
αυτοί/ές/άθα μπερδεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μπερδέψει
εσύέχεις μπερδέψει
αυτός/ή/όέχει μπερδέψει
εμείςέχουμε μπερδέψει
εσείςέχετε μπερδέψει
αυτοί/ές/άέχουν μπερδέψει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μπερδέψει
εσύείχες μπερδέψει
αυτός/ή/όείχε μπερδέψει
εμείςείχαμε μπερδέψει
εσείςείχατε μπερδέψει
αυτοί/ές/άείχαν μπερδέψει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μπερδέψει
εσύθα έχεις μπερδέψει
αυτός/ή/όθα έχει μπερδέψει
εμείςθα έχουμε μπερδέψει
εσείςθα έχετε μπερδέψει
αυτοί/ές/άθα έχουν μπερδέψει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμπέρδεψε
εσείςμπερδέψτε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύμπέρδευε
εσείςμπερδεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μπερδέψω
εσύνα μπερδέψεις
αυτός/ή/όνα μπερδέψει
εμείςνα μπερδέψουμε
εσείςνα μπερδέψετε
αυτοί/ές/άνα μπερδέψουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μπερδεύω
εσύνα μπερδεύεις
αυτός/ή/όνα μπρεδεύει
εμείςνα μπερδεύουμε
εσείςνα μπερδεύετε
αυτοί/ές/άνα μπερδεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μπερδέψει
εσύνα έχεις μπερδέψει
αυτός/ή/όνα έχει μπερδέψει
εμείςνα έχουμε μπερδέψει
εσείςνα έχετε μπερδέψει
αυτοί/ές/άνα έχουν μπερδέψει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μπερδέψει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

μπερδεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μπέρδευα
εσύθα μπέρδευες
αυτός/ή/όθα μπέρδευε
εμείςθα μπερδεύαμε
εσείςθα μπερδεύατε
αυτοί/ές/άθα μπέρδευαν