BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μουτζουρώνω

пачкать, мазать

blot, daub

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμουτζουρώνω
εσύμουτζουρώνεις
αυτός/ή/όμουτζουρώνει
εμείςμουτζουρώνουμε
εσείςμουτζουρώνετε
αυτοί/ές/άμουτζουρώνουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμουτζούρωσα
εσύμουτζούρωσες
αυτός/ή/όμουτζούρωσε
εμείςμουτζουρώσαμε
εσείςμουτζουρώσατε
αυτοί/ές/άμουτζούρωσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μουτζουρώσω
εσύθα μουτζουρώσεις
αυτός/ή/όθα μουτζουρώσει
εμείςθα μουτζουρώσουμε
εσείςθα μουτζουρώσετε
αυτοί/ές/άθα μουτζουρώσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμουτζούρωνα
εσύμουτζούρωνες
αυτός/ή/όμουτζούρωνε
εμείςμουτζουρώναμε
εσείςμουτζουρώνατε
αυτοί/ές/άμουτζούρωναν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μουτζουρώνω
εσύθα μουτζουρώνεις
αυτός/ή/όθα μουτζουρώνει
εμείςθα μουτζουρώνουμε
εσείςθα μουτζουρώνετε
αυτοί/ές/άθα μουτζουρώνουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μουτζουρώσει
εσύέχεις μουτζουρώσει
αυτός/ή/όέχει μουτζουρώσει
εμείςέχουμε μουτζουρώσει
εσείςέχετε μουτζουρώσει
αυτοί/ές/άέχουν μουτζουρώσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μουτζουρώσει
εσύείχες μουτζουρώσει
αυτός/ή/όείχε μουτζουρώσει
εμείςείχαμε μουτζουρώσει
εσείςείχατε μουτζουρώσει
αυτοί/ές/άείχαν μουτζουρώσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μουτζουρώσει
εσύθα έχεις μουτζουρώσει
αυτός/ή/όθα έχει μουτζουρώσει
εμείςθα έχουμε μουτζουρώσει
εσείςθα έχετε μουτζουρώσει
αυτοί/ές/άθα έχουν μουτζουρώσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμουτζούρωσε
εσείςμουτζουρώστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύμουτζούρωνε
εσείςμουτζουρώνετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μουτζουρώσω
εσύνα μουτζουρώσεις
αυτός/ή/όνα μουτζουρώσει
εμείςνα μουτζουρώσουμε
εσείςνα μουτζουρώσετε
αυτοί/ές/άνα μουτζουρώσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μουτζουρώνω
εσύνα μουτζουρώνεις
αυτός/ή/όνα μουτζουρώνει
εμείςνα μουτζουρώνουμε
εσείςνα μουτζουρώνετε
αυτοί/ές/άνα μουτζουρώνουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μουτζουρώσει
εσύνα έχεις μουτζουρώσει
αυτός/ή/όνα έχει μουτζουρώσει
εμείςνα έχουμε μουτζουρώσει
εσείςνα έχετε μουτζουρώσει
αυτοί/ές/άνα έχουν μουτζουρώσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μουτζουρώσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

μουτζουρώνοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μουτζούρωνα
εσύθα μουτζούρωνες
αυτός/ή/όθα μουτζούρωνε
εμείςθα μουτζουρώναμε
εσείςθα μουτζουρώνατε
αυτοί/ές/άθα μουτζούρωναν