BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μουρμουρίζω

бормотать, ворчать, журчать

mumble, mutter, murmur

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμουρμουρίζω
εσύμουρμουρίζεις
αυτός/ή/όμουρμουρίζει
εμείςμουρμουρίζουμε
εσείςμουρμουρίζετε
αυτοί/ές/άμουρμουρίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμουρμούρισα
εσύμουρμούρισες
αυτός/ή/όμουρμούρισε
εμείςμουρμουρίσαμε
εσείςμουρμουρίσατε
αυτοί/ές/άμουρμούρισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μουρμουρίσω
εσύθα μουρμουρίσεις
αυτός/ή/όθα μουρμουρίσει
εμείςθα μουρμουρίσουμε
εσείςθα μουρμουρίσετε
αυτοί/ές/άθα μουρμουρίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμουρμούριζα
εσύμουρμούριζες
αυτός/ή/όμουρμούριζε
εμείςμουρμουρίζαμε
εσείςμουρμουρίζατε
αυτοί/ές/άμουρμούριζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μουρμουρίζω
εσύθα μουρμουρίζεις
αυτός/ή/όθα μουρμουρίζει
εμείςθα μουρμουρίζουμε
εσείςθα μουρμουρίζετε
αυτοί/ές/άθα μουρμουρίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μουρμουρίσει
εσύέχεις μουρμουρίσει
αυτός/ή/όέχει μουρμουρίσει
εμείςέχουμε μουρμουρίσει
εσείςέχετε μουρμουρίσει
αυτοί/ές/άέχουν μουρμουρίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μουρμουρίσει
εσύείχες μουρμουρίσει
αυτός/ή/όείχε μουρμουρίσει
εμείςείχαμε μουρμουρίσει
εσείςείχατε μουρμουρίσει
αυτοί/ές/άείχαν μουρμουρίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μουρμουρίσει
εσύθα έχεις μουρμουρίσει
αυτός/ή/όθα έχει μουρμουρίσει
εμείςθα έχουμε μουρμουρίσει
εσείςθα έχετε μουρμουρίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν μουρμουρίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμουρμούρισε
εσείςμουρμουρίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύμουρμούριζε
εσείςμουρμουρίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μουρμουρίσω
εσύνα μουρμουρίσεις
αυτός/ή/όνα μουρμουρίσει
εμείςνα μουρμουρίσουμε
εσείςνα μουρμουρίσετε
αυτοί/ές/άνα μουρμουρίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μουρμουρίζω
εσύνα μουρμουρίζεις
αυτός/ή/όνα μουρμουρίζει
εμείςνα μουρμουρίζουμε
εσείςνα μουρμουρίζετε
αυτοί/ές/άνα μουρμουρίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μουρμουρίσει
εσύνα έχεις μουρμουρίσει
αυτός/ή/όνα έχει μουρμουρίσει
εμείςνα έχουμε μουρμουρίσει
εσείςνα έχετε μουρμουρίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν μουρμουρίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μουρμουρίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

μουρμουρίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μουρμούριζα
εσύθα μουρμούριζες
αυτός/ή/όθα μουρμούριζε
εμείςθα μουρμουρίζαμε
εσείςθα μουρμουρίζατε
αυτοί/ές/άθα μουρμούριζαν