BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μουλιάζω

замачивать, размокать

soak

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμουλιάζω
εσύμουλιάζεις
αυτός/ή/όμουλιάζει
εμείςμουλιάζουμε
εσείςμουλιάζετε
αυτοί/ές/άμουλιάζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμούλιασα
εσύμούλιασες
αυτός/ή/όμούλιασε
εμείςμουλιάσαμε
εσείςμουλιάσατε
αυτοί/ές/άμούλιασαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μουλιάσω
εσύθα μουλιάσεις
αυτός/ή/όθα μουλιάσει
εμείςθα μουλιάσουμε
εσείςθα μουλιάσετε
αυτοί/ές/άθα μουλιάσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμούλιαζα
εσύμούλιαζες
αυτός/ή/όμούλιαζε
εμείςμουλιάζαμε
εσείςμουλιάζατε
αυτοί/ές/άμούλιαζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μουλιάζω
εσύθα μουλιάζεις
αυτός/ή/όθα μουλιάζει
εμείςθα μουλιάζουμε
εσείςθα μουλιάζετε
αυτοί/ές/άθα μουλιάζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μουλιάσει
εσύέχεις μουλιάσει
αυτός/ή/όέχει μουλιάσει
εμείςέχουμε μουλιάσει
εσείςέχετε μουλιάσει
αυτοί/ές/άέχουν μουλιάσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μουλιάσει
εσύείχες μουλιάσει
αυτός/ή/όείχε μουλιάσει
εμείςείχαμε μουλιάσει
εσείςείχατε μουλιάσει
αυτοί/ές/άείχαν μουλιάσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μουλιάσει
εσύθα έχεις μουλιάσει
αυτός/ή/όθα έχει μουλιάσει
εμείςθα έχουμε μουλιάσει
εσείςθα έχετε μουλιάσει
αυτοί/ές/άθα έχουν μουλιάσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμούλιασε
εσείςμουλιάστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύμούλιαζε
εσείςμουλιάζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μουλιάσω
εσύνα μουλιάσεις
αυτός/ή/όνα μουλιάσει
εμείςνα μουλιάσουμε
εσείςνα μουλιάσετε
αυτοί/ές/άνα μουλιάσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μουλιάζω
εσύνα μουλιάζεις
αυτός/ή/όνα μουλιάζει
εμείςνα μουλιάζουμε
εσείςνα μουλιάζετε
αυτοί/ές/άνα μουλιάζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μουλιάσει
εσύνα έχεις μουλιάσει
αυτός/ή/όνα έχει μουλιάσει
εμείςνα έχουμε μουλιάσει
εσείςνα έχετε μουλιάσει
αυτοί/ές/άνα έχουν μουλιάσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μουλιάσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

μουλιάζοντας

Παθητική Μετοχή Παρακειμένου

Страдательное причастие

Прилагательное от глагола (напр. γραμμένος — написанный)

μουλιασμένος

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μούλιαζα
εσύθα μούλιαζες
αυτός/ή/όθα μούλιαζε
εμείςθα μουλιάζαμε
εσείςθα μουλιάζατε
αυτοί/ές/άθα μούλιαζαν