BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μοιχεύω

прелюбодействовать

commit adultery

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμοιχεύω
εσύμοιχεύεις
αυτός/ή/όμοιχεύει
εμείςμοιχεύουμε
εσείςμοιχεύετε
αυτοί/ές/άμοιχεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμοίχευσα
εσύμοίχευσες
αυτός/ή/όμοίχευσε
εμείςμοιχεύσαμε
εσείςμοιχεύσατε
αυτοί/ές/άμοίχευσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μοιχεύσω
εσύθα μοιχεύσεις
αυτός/ή/όθα μοιχεύσει
εμείςθα μοιχεύσουμε
εσείςθα μοιχεύσετε
αυτοί/ές/άθα μοιχεύσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμοίχευα
εσύμοίχευες
αυτός/ή/όμοίχευε
εμείςμοιχεύαμε
εσείςμοιχεύατε
αυτοί/ές/άμοίχευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μοιχεύω
εσύθα μοιχεύεις
αυτός/ή/όθα μοιχεύει
εμείςθα μοιχεύουμε
εσείςθα μοιχεύετε
αυτοί/ές/άθα μοιχεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μοιχεύσει
εσύέχεις μοιχεύσει
αυτός/ή/όέχει μοιχεύσει
εμείςέχουμε μοιχεύσει
εσείςέχετε μοιχεύσει
αυτοί/ές/άέχουν μοιχεύσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μοιχεύσει
εσύείχες μοιχεύσει
αυτός/ή/όείχε μοιχεύσει
εμείςείχαμε μοιχεύσει
εσείςείχατε μοιχεύσει
αυτοί/ές/άείχαν μοιχεύσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μοιχεύσει
εσύθα έχεις μοιχεύσει
αυτός/ή/όθα έχει μοιχεύσει
εμείςθα έχουμε μοιχεύσει
εσείςθα έχετε μοιχεύσει
αυτοί/ές/άθα έχουν μοιχεύσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμοίχευσε
εσείςμοιχεύστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύμοίχευε
εσείςμοιχεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μοιχεύσω
εσύνα μοιχεύσεις
αυτός/ή/όνα μοιχεύσει
εμείςνα μοιχεύσουμε
εσείςνα μοιχεύσετε
αυτοί/ές/άνα μοιχεύσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μοιχεύω
εσύνα μοιχεύεις
αυτός/ή/όνα μοιχεύει
εμείςνα μοιχεύουμε
εσείςνα μοιχεύετε
αυτοί/ές/άνα μοιχεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μοιχεύσει
εσύνα έχεις μοιχεύσει
αυτός/ή/όνα έχει μοιχεύσει
εμείςνα έχουμε μοιχεύσει
εσείςνα έχετε μοιχεύσει
αυτοί/ές/άνα έχουν μοιχεύσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μοιχεύσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

μοιχεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μοίχευα
εσύθα μοίχευες
αυτός/ή/όθα μοίχευε
εμείςθα μοιχεύαμε
εσείςθα μοιχεύατε
αυτοί/ές/άθα μοίχευαν