BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μοιρολογάω, μοιρολογώ

оплакивать

lament

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμοιρολογάω, μοιρολογώ
εσύμοιρολογάς
αυτός/ή/όμοιρολογάει, μοιρολογά
εμείςμοιρολογάμε, μοιρολογούμε
εσείςμοιρολογάτε
αυτοί/ές/άμοιρολογάνε, μοιρολογούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμοιρολόγησα
εσύμοιρολόγησες
αυτός/ή/όμοιρολόγησε
εμείςμοιρολογήσαμε
εσείςμοιρολογήσατε
αυτοί/ές/άμοιρολόγησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μοιρολογήσω
εσύθα μοιρολογήσεις
αυτός/ή/όθα μοιρολογήσει
εμείςθα μοιρολογήσουμε
εσείςθα μοιρολογήσετε
αυτοί/ές/άθα μοιρολογήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμοιρολογούσα
εσύμοιρολογούσες
αυτός/ή/όμοιρολογούσε
εμείςμοιρολογούσαμε
εσείςμοιρολογούσατε
αυτοί/ές/άμοιρολογούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μοιρολογάω, μοιρολογώ
εσύθα μοιρολογάς
αυτός/ή/όθα μοιρολογάει, μοιρολογά
εμείςθα μοιρολογάμε, μοιρολογούμε
εσείςθα μοιρολογάτε
αυτοί/ές/άθα μοιρολογάνε, μοιρολογούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μοιρολογήσει
εσύέχεις μοιρολογήσει
αυτός/ή/όέχει μοιρολογήσει
εμείςέχουμε μοιρολογήσει
εσείςέχετε μοιρολογήσει
αυτοί/ές/άέχουν μοιρολογήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μοιρολογήσει
εσύείχες μοιρολογήσει
αυτός/ή/όείχε μοιρολογήσει
εμείςείχαμε μοιρολογήσει
εσείςείχατε μοιρολογήσει
αυτοί/ές/άείχαν μοιρολογήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μοιρολογήσει
εσύθα έχεις μοιρολογήσει
αυτός/ή/όθα έχει μοιρολογήσει
εμείςθα έχουμε μοιρολογήσει
εσείςθα έχετε μοιρολογήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν μοιρολογήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμοιρολόγησε
εσείςμοιρολογήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύμοιρολόγα
εσείςμοιρολογάτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μοιρολογήσω
εσύνα μοιρολογήσεις
αυτός/ή/όνα μοιρολογήσει
εμείςνα μοιρολογήσουμε
εσείςνα μοιρολογήσετε
αυτοί/ές/άνα μοιρολογήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μοιρολογάω, μοιρολογώ
εσύνα μοιρολογάς
αυτός/ή/όνα μοιρολογάει, μοιρολογά
εμείςνα μοιρολογάμε, μοιρολογούμε
εσείςνα μοιρολογάτε
αυτοί/ές/άνα μοιρολογάνε, μοιρολογούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μοιρολογήσει
εσύνα έχεις μοιρολογήσει
αυτός/ή/όνα έχει μοιρολογήσει
εμείςνα έχουμε μοιρολογήσει
εσείςνα έχετε μοιρολογήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν μοιρολογήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μοιρολογήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

μοιρολογώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μοιρολογούσα
εσύθα μοιρολογούσες
αυτός/ή/όθα μοιρολογούσε
εμείςθα μοιρολογούσαμε
εσείςθα μοιρολογούσατε
αυτοί/ές/άθα μοιρολογούσαν