BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Спряжения
Поиск по всем глаголам

μηχανορραφώ

строить козни, интриговать, замышлять

machinate, intrigue, plot

Поиск по всем глаголам

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμηχανορραφώ
εσύμηχανορραφείς
αυτός/ή/όμηχανορραφεί
εμείςμηχανορραφούμε
εσείςμηχανορραφείτε
αυτοί/ές/άμηχανορραφούν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμηχανορράφησα
εσύμηχανορράφησες
αυτός/ή/όμηχανορράφησε
εμείςμηχανορραφήσαμε
εσείςμηχανορραφήσατε
αυτοί/ές/άμηχανορράφησαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μηχανορραφήσω
εσύθα μηχανορραφήσεις
αυτός/ή/όθα μηχανορραφήσει
εμείςθα μηχανορραφήσουμε
εσείςθα μηχανορραφήσετε
αυτοί/ές/άθα μηχανορραφήσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμηχανορραφούσα
εσύμηχανορραφούσες
αυτός/ή/όμηχανορραφούσε
εμείςμηχανορραφούσαμε
εσείςμηχανορραφούσατε
αυτοί/ές/άμηχανορραφούσαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μηχανορραφώ
εσύθα μηχανορραφείς
αυτός/ή/όθα μηχανορραφεί
εμείςθα μηχανορραφούμε
εσείςθα μηχανορραφείτε
αυτοί/ές/άθα μηχανορραφούν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μηχανορραφήσει
εσύέχεις μηχανορραφήσει
αυτός/ή/όέχει μηχανορραφήσει
εμείςέχουμε μηχανορραφήσει
εσείςέχετε μηχανορραφήσει
αυτοί/ές/άέχουν μηχανορραφήσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μηχανορραφήσει
εσύείχες μηχανορραφήσει
αυτός/ή/όείχε μηχανορραφήσει
εμείςείχαμε μηχανορραφήσει
εσείςείχατε μηχανορραφήσει
αυτοί/ές/άείχαν μηχανορραφήσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μηχανορραφήσει
εσύθα έχεις μηχανορραφήσει
αυτός/ή/όθα έχει μηχανορραφήσει
εμείςθα έχουμε μηχανορραφήσει
εσείςθα έχετε μηχανορραφήσει
αυτοί/ές/άθα έχουν μηχανορραφήσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμηχανορράφησε
εσείςμηχανορραφήστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσείςμηχανορραφείτε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μηχανορραφήσω
εσύνα μηχανορραφήσεις
αυτός/ή/όνα μηχανορραφήσει
εμείςνα μηχανορραφήσουμε
εσείςνα μηχανορραφήσετε
αυτοί/ές/άνα μηχανορραφήσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μηχανορραφώ
εσύνα μηχανορραφείς
αυτός/ή/όνα μηχανορραφεί
εμείςνα μηχανορραφούμε
εσείςνα μηχανορραφείτε
αυτοί/ές/άνα μηχανορραφούν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μηχανορραφήσει
εσύνα έχεις μηχανορραφήσει
αυτός/ή/όνα έχει μηχανορραφήσει
εμείςνα έχουμε μηχανορραφήσει
εσείςνα έχετε μηχανορραφήσει
αυτοί/ές/άνα έχουν μηχανορραφήσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μηχανορραφήσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

μηχανορραφώντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μηχανορραφούσα
εσύθα μηχανορραφούσες
αυτός/ή/όθα μηχανορραφούσε
εμείςθα μηχανορραφούσαμε
εσείςθα μηχανορραφούσατε
αυτοί/ές/άθα μηχανορραφούσαν