BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μεταρρυθμίζω

реформировать, перестраивать

reform, rearrange

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμεταρρυθμίζω
εσύμεταρρυθμίζεις
αυτός/ή/όμεταρρυθμίζει
εμείςμεταρρυθμίζουμε
εσείςμεταρρυθμίζετε
αυτοί/ές/άμεταρρυθμίζουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμεταρρύθμισα
εσύμεταρρύθμισες
αυτός/ή/όμεταρρύθμισε
εμείςμεταρρυθμίσαμε
εσείςμεταρρυθμίσατε
αυτοί/ές/άμεταρρύθμισαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μεταρρυθμίσω
εσύθα μεταρρυθμίσεις
αυτός/ή/όθα μεταρρυθμίσει
εμείςθα μεταρρυθμίσουμε
εσείςθα μεταρρυθμίσετε
αυτοί/ές/άθα μεταρρυθμίσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμεταρρύθμιζα
εσύμεταρρύθμιζες
αυτός/ή/όμεταρρύθμιζε
εμείςμεταρρυθμίζαμε
εσείςμεταρρυθμίζατε
αυτοί/ές/άμεταρρύθμιζαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μεταρρυθμίζω
εσύθα μεταρρυθμίζεις
αυτός/ή/όθα μεταρρυθμίζει
εμείςθα μεταρρυθμίζουμε
εσείςθα μεταρρυθμίζετε
αυτοί/ές/άθα μεταρρυθμίζουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μεταρρυθμίσει
εσύέχεις μεταρρυθμίσει
αυτός/ή/όέχει μεταρρυθμίσει
εμείςέχουμε μεταρρυθμίσει
εσείςέχετε μεταρρυθμίσει
αυτοί/ές/άέχουν μεταρρυθμίσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μεταρρυθμίσει
εσύείχες μεταρρυθμίσει
αυτός/ή/όείχε μεταρρυθμίσει
εμείςείχαμε μεταρρυθμίσει
εσείςείχατε μεταρρυθμίσει
αυτοί/ές/άείχαν μεταρρυθμίσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μεταρρυθμίσει
εσύθα έχεις μεταρρυθμίσει
αυτός/ή/όθα έχει μεταρρυθμίσει
εμείςθα έχουμε μεταρρυθμίσει
εσείςθα έχετε μεταρρυθμίσει
αυτοί/ές/άθα έχουν μεταρρυθμίσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμεταρρύθμισε
εσείςμεταρρυθμίστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύμεταρρύθμιζε
εσείςμεταρρυθμίζετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μεταρρυθμίσω
εσύνα μεταρρυθμίσεις
αυτός/ή/όνα μεταρρυθμίσει
εμείςνα μεταρρυθμίσουμε
εσείςνα μεταρρυθμίσετε
αυτοί/ές/άνα μεταρρυθμίσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μεταρρυθμίζω
εσύνα μεταρρυθμίζεις
αυτός/ή/όνα μεταρρυθμίζει
εμείςνα μεταρρυθμίζουμε
εσείςνα μεταρρυθμίζετε
αυτοί/ές/άνα μεταρρυθμίζουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μεταρρυθμίσει
εσύνα έχεις μεταρρυθμίσει
αυτός/ή/όνα έχει μεταρρυθμίσει
εμείςνα έχουμε μεταρρυθμίσει
εσείςνα έχετε μεταρρυθμίσει
αυτοί/ές/άνα έχουν μεταρρυθμίσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μεταρρυθμίσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

μεταρρυθμίζοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μεταρρύθμιζα
εσύθα μεταρρύθμιζες
αυτός/ή/όθα μεταρρύθμιζε
εμείςθα μεταρρυθμίζαμε
εσείςθα μεταρρυθμίζατε
αυτοί/ές/άθα μεταρρύθμιζαν