BoostMyGreek
Учить!Мои слова
Добавить слова
Из XLS
Словари
Глаголы
К списку

μεταναστεύω

мигрировать, иммигрировать, эмигрировать

migrate, immigrate, emigrate

Ενεστώτας

Настоящее время

Настоящее время глагола

εγώμεταναστεύω
εσύμεταναστεύεις
αυτός/ή/όμεταναστεύει
εμείςμεταναστεύουμε
εσείςμεταναστεύετε
αυτοί/ές/άμεταναστεύουν

Αόριστος

Аорист

Однократное завершённое действие в прошлом

εγώμετανάστευσα
εσύμετανάστευσες
αυτός/ή/όμετανάστευσε
εμείςμεταναστεύσαμε
εσείςμεταναστεύσατε
αυτοί/ές/άμετανάστευσαν

Απλός Μέλλοντας

Будущее простое

Однократное завершённое действие в будущем

εγώθα μεταναστεύσω
εσύθα μεταναστεύσεις
αυτός/ή/όθα μεταναστεύσει
εμείςθα μεταναστεύσουμε
εσείςθα μεταναστεύσετε
αυτοί/ές/άθα μεταναστεύσουν

Παρατατικός

Прошедшее длительное

Что-то повторялось в прошлом или длилось какое-то время

εγώμετανάστευα
εσύμετανάστευες
αυτός/ή/όμετανάστευε
εμείςμεταναστεύαμε
εσείςμεταναστεύατε
αυτοί/ές/άμετανάστευαν

Συνεχής Μέλλοντας

Будущее длительное

Что-то в будущем будет повторяться или длиться какое-то время

εγώθα μεταναστεύω
εσύθα μεταναστεύεις
αυτός/ή/όθα μεταναστεύει
εμείςθα μεταναστεύουμε
εσείςθα μεταναστεύετε
αυτοί/ές/άθα μεταναστεύουν

Παρακείμενος

Перфект (έχω + απαρέμφατο)

В прошлом что-то произошло, момент не уточняется. Главное — результат действия. Часто со словами «уже», «пока», «когда-нибудь»

εγώέχω μεταναστεύσει
εσύέχεις μεταναστεύσει
αυτός/ή/όέχει μεταναστεύσει
εμείςέχουμε μεταναστεύσει
εσείςέχετε μεταναστεύσει
αυτοί/ές/άέχουν μεταναστεύσει

Υπερσυντέλικος

Паст перфект (είχα + απαρέμφατο)

Действие уже завершилось в прошлом до другого прошедшего события

εγώείχα μεταναστεύσει
εσύείχες μεταναστεύσει
αυτός/ή/όείχε μεταναστεύσει
εμείςείχαμε μεταναστεύσει
εσείςείχατε μεταναστεύσει
αυτοί/ές/άείχαν μεταναστεύσει

Συντελεσμένος Μέλλοντας

Будущее совершённое (θα έχω + απαρέμφατο)

Действие будет завершено в будущем до какого-то момента или срока

εγώθα έχω μεταναστεύσει
εσύθα έχεις μεταναστεύσει
αυτός/ή/όθα έχει μεταναστεύσει
εμείςθα έχουμε μεταναστεύσει
εσείςθα έχετε μεταναστεύσει
αυτοί/ές/άθα έχουν μεταναστεύσει

Απλή Προστακτική

Простое повелительное

Повелительное для однократного действия

εσύμετανάστευσε
εσείςμεταναστεύστε

Συνεχής Προστακτική

Длительное повелительное

Повелительное для длительного или повторяющегося действия

εσύμετανάστευε
εσείςμεταναστεύετε

Απλή Υποτακτική

Простой ипотактики

Простой ипотактики — для однократного действия

εγώνα μεταναστεύσω
εσύνα μεταναστεύσεις
αυτός/ή/όνα μεταναστεύσει
εμείςνα μεταναστεύσουμε
εσείςνα μεταναστεύσετε
αυτοί/ές/άνα μεταναστεύσουν

Συνεχής Υποτακτική

Длительный ипотактики

Длительный ипотактики — для длительного или повторяющегося действия

εγώνα μεταναστεύω
εσύνα μεταναστεύεις
αυτός/ή/όνα μεταναστεύει
εμείςνα μεταναστεύουμε
εσείςνα μεταναστεύετε
αυτοί/ές/άνα μεταναστεύουν

Υποτακτική Παρακειμένου

Ипотактики перфекта (να έχω + απαρέμφατο)

Завершённое действие после να, αν и др.

εγώνα έχω μεταναστεύσει
εσύνα έχεις μεταναστεύσει
αυτός/ή/όνα έχει μεταναστεύσει
εμείςνα έχουμε μεταναστεύσει
εσείςνα έχετε μεταναστεύσει
αυτοί/ές/άνα έχουν μεταναστεύσει

Απαρέμφατο

Инфинитив / неизменяемая форма

Используется для образования сложных времён с έχω. В современном греческом это не классический инфинитив

μεταναστεύσει

Γερούνδιο

Деепричастие

Описывает сопутствующее действие (-οντας)

μεταναστεύοντας

Υποθετικός Λόγος

Условная форма

Действие при определённом условии: θα + παρατατικός

εγώθα μετανάστευα
εσύθα μετανάστευες
αυτός/ή/όθα μετανάστευε
εμείςθα μεταναστεύαμε
εσείςθα μεταναστεύατε
αυτοί/ές/άθα μετανάστευαν